|
Στην σελίδα αυτή έχει γίνει μια ατελής ως προς το περιεχόμενο προσπάθεια συγκέντρωσης άρθρων και κειμένων σχετικά με την ιστορία της Πύλου και της περιοχής της έτσι ώστε οποιοσδήποτε ενδιαφέρεται να εντρυφήσει περισσότερο να έχει ένα σωστό αναφορικά και βιβλιογραφικά σημείο εκκίνησης για τις αναζητήσεις του. Θα ήταν τιμή μας να συμπληρώσετε τον κατάλογό μας με ό,τι κείμενο νομίζετε πως άπτεται της περιπτώσεως. Παρουσιάζεται επίσης ένας βιβλιογραφικός κατάλογος όπου μπορεί να ανατρέξει κανείς και να διευρύνει τον ορίζοντα των γνώσεών του όσον αφορά το αντικείμενο. Τα υπάρχοντα άρθρα είναι όσο το δυνατόν καταλογοποιημένα για την εύκολη πλοήγησή τους, και είναι ένα έργο υπό εξέλιξη, ελπίζουμε με την δικιά σας βοήθεια, να μπορέσουμε να συγκεντρώσουμε όσο περισσότερα κείμενα γίνεται για μια το δυνατόν ολοκληρωμένη παρουσία της Πύλου μέσα στην ιστορία και τον χρόνο. Κάθε κείμενο παρουσιάζεται αυτούσιο χωρίς καμία επέμβαση και με πλήρη βιβλιογραφική αναφορά ώστε να μπορείτε να ανατρέξετε στο ίδιο το βιβλίο, για πληρέστερη κατανόηση των στοιχείων που αναφέρονται. Και θυμηθείτε, τίποτε δεν μπορεί να αντικαταστήσει τον πλούτο ενός βιβλίου! :-)
Η Μεσσηνία κατά τους Νεολιθικούς Χρόνους Σύμφωνα με μελέτες του University of Minnesota Messinia exhibition περί το 7.000 π.Χ. η στάθμη της θάλασσας στη Μεσσηνία ήταν 100 μέτρα ψηλότερα της σημερινής. Το έτος 3710 π.Χ. είχε άνοδο 17 μέτρα πάνω απο΄τη σημερινή, το 3360 π.Χ. ήταν 8 μέτρα, το 810 π.Χ. 4 μέτρα και το 160 μ.Χ. επί των χρόνων του Παυσανία 2 μέτρα. Σκόπιμο είναι να αναφέρουμε ότι οι καθηγητές της αποστολής Craft & Others - Late Holocane Palaiogeography of the Costal Plane of The Golf of Messinia-Geological Society of America Bull (Vol 86 1975 s 1193), εντοπίζουν την παλαιολοθική εποχή πριν από το έτος 10.000 π.Χ.,τη μεσολιθική το 10.000-6.000 π.Χ., τη νεολιθική το 6.000-3.000 π.Χ. και την παλαιοελλαδική το 3.000-2.300 π.Χ. Κατά τη νεολιθική εποχή περί το έτος 3.200 π.Χ. ο Πολυκάων γιος του Μεγαρίδα Λέέγα και αδελφός του Μύλη, φθάνει με τη σύζυγό του Μεσσήνη στη Μεσσηνία (όπως και ο εγγονός του Λέλεγα, Πύλας, ο οποίος εγκαταστάθηκε στην γειτονική Πύλο ίσως και στην Πύλα χωριό 6 χιλ. βόρεια της σημερινής Πύλου) και ονομάζει την πρωτεύουσά του Ανδανία. Ένας άλλος μύθος αναφορά στο όνομα του χωριού Πύλα είναι αυτός του Πανδίονα και της συζύγου του Πύλας με καταγωγή απο τα Μέγαρα. Ο Πανδίων και η Πύλα απόκτησαν τέσσετα παιδιά. Τον Νήσο ο οποίος βασίλεψε στην ευρύτερη περιοχή των Μεγάρων έως και την Κόρινθο, τον Λύκο όπου κατοίκησε την Εύβοια, τον Αιγαία στην Αθήνα και τον Πάλλαντα διοικητή του Ν.Α. τμήματος της Αττικής, περί το Σούνιο, σύμφωνα με τον Κακριδή στα Μεσσηνιακά του Παυσανία. Ο Νήσος γεννήθηκε με μια ξανθιά τρίχα στο μέσον της κεφαλής του, τρίχα που σ' αυτόν εξασφάλιζε αθανασία και για την πόλη του ακεραιότητα. Όταν ο Μίνωας εξεστράτευσε κατά του Νήσου, μεταχειρίστηκε τον προς αυτόν έρωτα της κόρης του του Νήσου Σκύλλας, εναντίον του πατέρα της. Η Σκύλλα λοιπόν ενώ ο πατέρας της κοιμόταν του ξερίζωσε τη χρυσή τρίχα, με αποτέλεσμα να πεθάνει ο Νήσος και να χαθούν τα Μέγαρα. Όταν ο Μίνωας ξεκίνησε για την Κρήτη έδωσε εντολή να δέσουν τη Σκύλλα στην πρύμνη του πλοίου και σέρνοντάς την την έπνιξε στη θάλασσα. Άλλος μύθος θέλει τη Σκύλλα να μεταμορφώνεται σε πουλί με το όνομα Κείρις και τον πατέρα της Νήσο σε θαλασσαετό και να την καταδιώκει. Σχετικά με το χωριό Πύλα, σύμφωνα με υπολογισμούς, η στάθμη της θάλασσας περί το 7000 π.Χ. ήταν 19,40 μέτρα πάνω από το ύψος του σημερινού χωριού, ενώ το 3080-3000 π.Χ. 4,5-5 μέτρα άνω της σημερινής θαλάσσιας στάθμης. Σήμερα το χωριό Πύλα έχει 75 μ. υψόμετρο απο τη θάλασσα. Ο Πύλας γιος του Κλήσωνα αφού σκότωσε τον ΜΕγαρέα, θείο του Βίαντα, ήρθε με ολιγάριθμο στρατό στην Ν.Δ. πλευρά της Μεσσηνίας, δηλαδή την περιοχή που ορίζεται από τα χωριά Παπούλια, Ίκλαινα, Κρεμμύδια, Κουκουνάρα, Χανδρινός, Κυνηγός, Πύλος, Πύλα, Γιάλοβα, Πετροχώρι, Τραγάνα, Κορυφάσιο. Το χαρακτηριστικό της ευρύτερης περιοχής είναι η γλίνα και η ασπροπουλιά, αργιλοχώματα ειδικά για κατασκευή πλίνθινων κατοικιών και κεραμικών, η δε σχέση τους με τους γηγενείς Κάυκωνες της Ν.Δ. Μεσσηνίας ήταν μάλλον φιλική. Πριν απο την κάθοδο του πανίσχυρου Νηλέα, πατέρα του Νέστορα, ο οποίος τους εκδίωξε ή τους αφομοίωσε, πρέπει να είχαν αποδεκατιστεί ή από τον τύφο, λόγω της ύπαρξης του έλουςή η περιοχή όπως και επί Νέστορος,να εγκαταλείφθηκε λόγω τρομακτικού σεισμού, με επίκεντρο 14 μίλια Ν.Δ. της Πύλου, όπου βρίσκεται το ρήγμα της Μεσογείου, στο οποίο σήμερα λαμβάνει χώρα το πείραμα Νέστωρ. Την εποχή λοιπόν που ο Νηλέας κατέλαβε την Β.Δ. Μεσσηνία, συνάντησε στην ύπαιθρο Ίωνες Καύκωνες Πελασγούς και βορειότερα τους Αιπειούς. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι δύο γένη συνάντησε στην Ελλάδα: τους Ίωνες και τους Δωριείς. Ο δε Παυσανίας 2,37,3 αναφέρει "...πριν δε Ηρακλείδας κατέλεθιν ες Πελοπόννησον την αύτην ηφίεσαν Αθηναίοις Αργίοι φωνήν...", τέλος το Πελασγικο΄φύλο ενώθηκε με τους Έλληνες (Ίωνες). Είναι μάλλον βέβαιο ότι οι Λέλεγες έχουν βορειοανατολική προέλευση, την εποχή δε αυτή στη Λακωνία βασιλεύει ο Οίβαλος και στην Αρήνη ο Αφαρέας, ο οποίος φιλοξένησε τον εκδιωχθέντα εξάδελφό του Νηλέα από τον αδελφό του βασιλιά της Ιωλκού, Πελλία. Ο Νηλέας εξαπλώθηκε έως την Πισσάτιδα Β.Α. του Αλφειού ποταμού και συγκρούστηκε με τους παλιούς κατοίκους της Ηλείας, τους Αιπειούς. Κατεξοχήν χώρα των τοξοτών η Μεσσηνία του Μελαμέα, του Ευρύτου και του Ίφυτου, που αποίκησαν στην Κεφαλλονιά και στην Ζάκυνθο. Οι άποικοι, πλούσιος λαός κατά τον Όμηρο (Ιλιάδα Ι 381), ασχολήθηκαν με το εμπόριο μέσω της ναυσιπλοΐας και η δύναμη του στόλου τους έφτανε περί τα 300 με 400 πλοία. Πριν την κάθοδο του Νηλέα η Δυτική κυρίως πλευρά της Μεσσηνίας κατοικείτο από γηγενείς Καύκωνες Αιπειούς και Λέλεγες. Ο Στράβων ο γεωγράφος μας αναφέρει (κεφ. 8 στ. 3, κεφ. 3 στ.6, κεφ. 3 στ.37) ότι Β.Δ. της Τριφυλλίας πριν τον Νηλέα (3100 π.Χ.) κατοικούσαν οι Μινύες (ρίζα της λέξης MENIJO που στη γραμμική γραφή σημαίνει γυναίκα) και κατάγονται μάλλον από τις Λήμνιες, οι οποίες αφού σκότωσαν τους συζύγους τους συζεύχθηκαν με τους Αργοναύτες. Οι απόγονοί τους ονομάστηκαν Μινύες, (στο εγγύς μέλλον η αρχαιολογική σκαπάνη θα φέρει στο φως αρχαιολογικό οικισμό στις θέσεις Προγόμυλο και Παπιά του δήμου Αττικής) οι οποίοι ήσαν συγγενείς της Χλωρίδας, συζύγου του Νηλέα, και αργότρα κατοίκησαν την Κρήτη, Κύπρο και Αίγυπτο.Ο Σπύρος Μαρινάτος στη μελέτη του I. Geography Dimikenologia Roma 1967, λέει πως οπι Μινύες ήσαν απόγονοι του ΑΙόλου και γιοι του Έλληνα, μετείχαν της αποίκησης της Ιωνίας και είχαν την αυτή καταγωγή και οικόσημα (γαλύκα, σύμβολα Μεσσηνιακής Δυναστείας) με τους συγγενείς τους Νηλείδες, συσχετισμός απόλυτος με τις μεταμορφωμένες Μινυάδες, κόρες του Μινύα και της Χρυσογόνης ή Τριτογένειας. Αυτή ήταν κόρη του Αιόλου, ο οποίος πρωτοκατοίκησε στον Βοιωτικό Ορχομενό, του οποίου η Επικράτει αέφθανε ως τον Ευβοϊκό κόλπο. Τις πενήντα κόρες του Μινύα τιμούσαν με ένα έθιμο περίεργο οι Μινύες. Κάθε διετία καταδίωκαν τις αλευρωμένες γυναίκες τους (πληροφορία που μας έρχεται από τον Πλούταρχο) οι οποίες ονομάζονταν Ολείαι δηλαδή καταστροφικές. Οι ιερείς καθώς και όλοι οι αρσενικοί οι Ψολόεις δηλαδή καπνισμένοι μουτζουρωμένοι, σύμβολα των αντιθέτων αρχέγονων δυνάμεων της τάξης-αταξίας του φωτός και του σκότους. Ο G. Schmidt (R.E.XVII 180-123) σε άρθρο του στο περιοδικό "Νέστωρ", βεβαιώνει ότι η Γλαυκόπιδα Αθηνά ήταν αποκλειστικό οικόσημο των Νηλειδών και επίσης αρκετές χρυσές γλαύκες βρέθηκαν στο Κακόβατο της Περιστεριάς. Απ' τους Μινύες αυτούς κατάγονται η Χλωρίδα, ο Περικλήμενος, ο Πελίας και ο Νηλέας. Απόσπασμα από το βιβλίο του Σπύρου Θ. Μαυροειδή, Ο Ορθόλιθος της Πύλου: Το Πέτρινο Βιβλίο της Ιστορίας, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Δίον/Βιβλία Ψαράς, 2000 (σελίδες 29-34)
Οι Μεσσήνιοι είναι Αιολείς, δηλαδή Αχαιοί (=αρχαίοι Ίωνες) από τη Θεσσαλία και έφθασαν στην σημερινή Μεσσηνία περί το 3300-3100 π.Χ. την οποία κατοίκησαν, με μόνους εχθρούς τους γείτονες Δωριείς (Λακεδαιμόνιους).Η δυτική κυρίως Μεσσηνία ευημερεί στα χρυσά Ανάκτορα της Πύλου, αφού στην ομήγυρη ανθούν τα επαγγέλματα του χαλκέα, του αγγειοπλάστη, του χρυσουργού και έχουν γνώσεις αστρονομίας, μαθηματικών, γεωγραφίας, ναυτιλίας, εμπορίου και φτάνουν μέχρι Κρήτη, Κύπρο, Συρία, Αίγυπτο, Μεσοποταμία, Εύξεινο Πόντο, Lipari (Σικελία), Κασπία και σε όλη τη δυτικήΜεσόγειο. Το ότι οι Έλληνες ταξίδευαν και εκτ΄ςο Μεσογείου φάινεται ολοκάθαρα στο έργο του Λουκιανού "Ικαρομένιππος" που αναφέρει ότι "... με ανατολικό από το γιβραλτάρ άνεμο για 80 ημέρες ταξιδεύαμε ώσπου φθάσαμε σ' ένα νησί όπου σε χάλκινη επιγραφή διαβάσαμε ότι... έως εδώ έφθασαν ο Ηρακλής κι ο Διόνυσος...". Βρήκαν μάλιστα την πατούσα του Ηρακλή εμβαδού 950 τ.μ. (...) Η φθορά και η ολιγανθρωπία απο τοςυ φοβερούς σεισμούς του ρήγματος της Μεσογείου, επηρέασε τόσο τους Νεστορείδες όσο τους Κρήτες και Σικελούς. Μετά τις φοβερές καταστροφές οι οποίες πρέπει να συνοδέυονταν με κατακλυσμό απο δυνα΄τες βροχοπτώσις, αρχίζουν να μετακομίζουν σταδιακά προς Βορρά. Ο Σπύρος Μαρινάτος (στο Tud Miceneie egeoanatoliki Fsc3 Roma 1967 σελ. 81) αναφέρει ότι οι απόγονοι του Νέστορα φεύγοντας από την Πύλο με πρώτον τον Μέλαθρο, όπως μας λέει ο Ηρόδοτος, έγιναν βασιλείς των Αθηνών μετά δε από αυτόν ο γιος και ο εγοονός, Κόδρος και Μέδων. άλλοι απόγονοι των Νεστοριδών όπως μας αναφέρει ο Πλούταρχος στους Βίους του (3,1.1) ήταν ο Πεισίστρατος, ο Αλκμαίων, ο σόλων και ο Διογένης ο Λαέρτιος. Παράλληλα μετέφεραν και τα τοπωνύμιά τους όπως Κιθαιρών, Ερέτρια και Αιγάλεω στην Αθήνα. Ένας άλλος λόγος για την ολιγανθρωπία στην Μεσσηνία είναι η σοβαρή επιδημία ευλογιάς που έφεραν ναυτικοί απο την Αίγυπτο, όπως υποστηρίζει ο υγειονολόγος καθηγητής Γεράσιμος Αλιβιζάτος στο έργο του "Αι πρώται επιδημίαι ευλογιάς, Αθήνα 1950, σελ. 11". Η ευλογιά ήταν ασθένεια γνωστή κατά την αρχαιότητα σύμφωνα με έρευνες των Ruffel & Fergunson σε μούμιες οι οποίες έφεραν ουλές. Πιθανότατα οι ναυτικοί την έφεραν όπως προανέφερα, από την Αίγυπτο, Ινδίες (κατά τον Moore) και Κίνα (κατά τον Kessler). Η ίδια εκδοχή κατεγράφη στα πρακτικά του Α' Συνεδρίου των Πελοποννησιακών Σπουδών (Αθήνα 1976, σελ. 353), λόγω ευρέσεως του ταφικού φρέατος στα Νιχώρια, το οποίο χρησίμευε ως χώρος ομαδικού ενταφιασμού από επιδημία. Περί το 3200-3100 περίπου, ο Νηλέας και αργότερα ο Νέστορας, ανέπτυξαν σ' όλη την Μεσσηνία πολιτισμό σε συγκροτημένες πόλεις όπως αυτή που τυχαία βρήκε το έτος 1969 το Υπουργειο Δημοσίων Έργων κατά την εκβάθυνση της διώρυγας του ποταμού Άρη δυτικά της Καλαμάτας. Η Αρχαιολόγος Θ. Καραγέωργα (δελτίο αρχ. εταιρείας Τ26 1971 Ι χρονικά σελ. 126), κατέγραψε θεμέλια συγκροτήματος με δύο μεγάλα μέγαρα, με διπλούς έξω τοίχους, μακρούς διαδρόμους, κεραμικά ευρήματα εδώλια όμοια με αυτά του παλαιολιθικού οικισμού της Λέρνης ΙΙΙ και Βοϊδοκοιλιάς (μικρός λιμήν παρά της σημερινής Πύλου), αναφορά που πιστοποιεί τη σχέση με τα ανάκτορα. Το ότι βρέθηκαν 4000-4200 μέτρα βόρεια από τη σημερινή Παραλία επαληθεύει τον Παυσανία, ο οποίος αναφέρει ότι ο Πάμισος εκβάλει 80 στάδια από την Αρχαία Μεσσήνη, έχουμε δηλαδή πρόσχωση 4 χιλιομέτρων. Το Πανεπιστήμιο της Minnesota έχει καταγράψει 12 οικισμους στην επικράτεια του Νηλέα-Νέστορα, με αρχαιότερο αυτόν της Βοϊδοκοιλιάς, που σύμφωνα με την νέα χρονολόγηση θα πρέπει να είναι περί του 5.000-4-000 π.Χ. Η σοβιετική εγκυκλοπαίδεια (τομ. 5-1979) αναφέρει την εύρεση πρωτομινωικου αγγείου κατάτην εποχή του χαλκού. Ο δεύτερος οικισμός είναι αυτός στα Νιχώρια παρά το χωριό Καρποφόρα και ήταν παραθαλάσσιος με την ονομασία ΤΙ-ΜΙ-ΤΟ-ΑΚΟ (καμινευμένη πινακίδα Πύλου) δηλαδή Δευροαιγαλέα και πιθανολογείται ότι ήταν η δέυτερη πρωτεύουσα του Νηλέα-Νέστορα με ασφαλή λιμένα, η οποία κατοικήθηκε αδιατάραχτα έως το 700 π.Χ. (Βλέπε σελ. 38, 39). Οι Πύλιοι ήταν φίλοι με τους Αθηνάιους όπως σωστά υποστηρίζει ο Δρ. Π. Θέμελης αναφερόμενος στην ίδια αρχιτεκτονική των Αθηνών με τα Ακοβίτικα Μεσσηνίας. Επίσης από τον Jekmat Salehi αναφέρεται και αυτή η ομοιότης των ταφικών πίθων της Μεσσηνίας και της Μ. Ασίας, αφού ως γνωστόν Μεσσήνιοι ίδρυσαν την Μίλητο. Στην Εσσήνα η Μεσσήνα (που σημαίνει αρχηγός μέλισσα ίσως και κυψέλη, αλλάκαι Άρτεμις, κατά τον M. Nilson Griechische Feste, 245 σελ., Ηροδοτος IV 148 Στράβων, Παυσανίας IV 2,2 kai 3,6), ήρθαν οι Μινύες και ο Νηλέας αφού έδιωξαν τους Καύκωνες προς τον Βορρά ή τοςυ ενσωμάτωσαν. "Και Μίλητον δεν έκτισε Νηλέυς εκ Πύλου (TINWASIJA -Πύλος: στη γραμμική Β' η Πύλος αναφέρεται ως TINWASIJA και βρέθηκε στις καμινευμένες πινακίδες της Πύλου. TINWASIJA ερμηνεύεται ως βασίλειο της άμμου, αμμουδερή ημαθόεσσα.) το γένος ων του δε Νηλέως επί τω ποσιδείω βωμός ίδρυμα δεικνύται" (Στράβων 14.1.2 636 σελ.). Περί το 600 π.Χ. ο Μίερμος αναφέρει, ότι η καταγωγή των ευγενών κατοίκων των Ιωνικών πόλεων, όπως οι ίδιοι καυχόνταν, ήταν Ελληνική. Απέναντι της Αρχαίας Πύλου στη σύγχρονη σημερινή Πύλο, βρέθηκε βραχογραφία του Νηλέα με γραμμική Α και προϊστορικο ημερολόγιο. Η ύπαρξη βραχογραφίας στον Ορθόλιθο της Πύλου και όχι μια όποια λογιστική καμινευμένη πινακίδα πιστοποιεί ότι ο αρχαίος νοήμων ήθελε να χαράξει και να στιγματίσει την εποχή του με τον ασφαλή τρόπο της βραψογραφίας. Μια καμινευμένη πινακίδα αφορούσε τα λογιστικά τυο παλατιού. Μόνο όμως με την βραχογραφία ήταν σίγουρος ότι το μήνυμα θα παρέμενε στους αιώνες. Απόσπασμα από το βιβλίο του Σπύρου Θ. Μαυροειδή, Ο Ορθόλιθος της Πύλου: Το Πέτρινο Βιβλίο της Ιστορίας, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Δίον/Βιβλία Ψαράς, 2000 (σελίδες 34-40)
Η νησίδα Σφακτηρία, που φράζει από τα δυτικά τν δρόμο του Ναβαρίνου, έχει κηρυχτεί αρχαιολογικός και ιστορικός τόπος. Η ιστορία της έχει συνδεθεί με τη μεγάλη νίκη των Αθηναίων κατά των Σπαρτιατών του 425 π.Χ. Τότε ναυτική δύναμη των Αθηνάιων, υπό το στρατηγό Δημοσθένη ανάγκασε τα Σπαρτιατικά πλοία να δώσουν αποφασιστική μάχη μέσα στον όρμο του Ναυαρίνου, κατά την οποία θριάμβευσε ο Αθηναϊκός Στόλος. Στη Σφακτηρία αποκλείστηκε, μετά τη ναυμαχία, Σπαρτιατική φρουρά από 520 επίλεκτους άνδρες. Αφού επί 72 ημέρες υπέμεινε το στενό ναυτικό αποκλεισμό των Αθηναίων και των συμμάχων τους Μεσσηνίων, υποχρεώθηκε, έπειτα απο σκληρό αγώνα, κατά τον οποίο σκοτώθηκαν 128 Σπαρτιάτες, σε παράδοση. Σε ανάμνηση της μεγάλης νίκης της Σφακτηρίας, στην οποία είχαν συντελέσει και οι Μεσσήνιοι, ο εκ Μένθης της Θράκης γλύπτης ΠΑιώνιος, εποίησε, κατά παραγγελία τους, το περίφημο άγαλμα -γνωστό ως "Νίκη του Παιωνίου". Το άγαλμα αυτό, που παριστάνει τη Νίκη ως Θεά, κατερχόμενη από τον Ουρανό και κρατούσα στο δεξί της χέρι κλάδο φοίνικα για να στέψη, κατά τη θέληση του Δία, τους Μεσσήνιους ως νικητές, στήθηκε, ως ανάθημα, στην Ιερή Άλτι της Ολυμπίας, ανατολικά του Ναού του Άρχοντος θεών και ανθρώπων. Τώρα φυλάγεται στο Μουσείο της Ολυμπίας. (...) Η αρχαία Πύλος τοποθετείται στην περιοχή βορείως της Σφακτηρίας (Κορυφάσιο ακρωτήριο) τόσο από το Θουκιδίδη όσο κι από τον Παυσανία, που, στην εποχή τους, όλες οι γνωστές με το όνομα Πύλος πόλεις (Θολό, Κακκόβατο, Εγκλιανός) είχαν καταστραφή. "Ταύτην ώκησε Πύλος ο Κλήσονος αγαγών εκ ΜΕγαρίδος τους έχοντας τότε Λέλεγες". Όπως έχει αποδείξει η αρχαιολογική σκαπάνη η Πύλος, με μερικές διακοπές, επέζησε επί πολλές εκατονταετηρίδες. Προϋπήρχε των Μεσσηνιακών πολέμων (743-454), οπότε οι κάτοικοί της, μετά την οριστική υποδούλωση της Μεσσηνίας στο Σπαρτιατικό ζυγό, αναγκάστηκαν να εκπατριστούν και να εγκατασταθούν αρχικά στην Κυλλήνη κι αγότερα στη Σικελία, από όπου οι απόγονοί τους επιστρέψανε το 371 π.Χ. Μετά το 425 π.Χ. η περιοχή της αρχαίας Πύλου υπήρξε θέατρο πολεμικών συγκρούσεων Σπαρτιατών και Αθηναίων και κατά τους Ελληνιστικούς και Ρωμαϊκούς χρόνους αντικείμενο σφοδρής διαμάχης μεταξύ Αχαϊκής Συμπολιτείας και Μεσσηνίων. Η πόλη της Πύλου έζησεν επί πολλά χρόνια ως αυτόνομη κι έκοψε δικά ητς νομίσματα.(...) Στην περιοχή του Κορυφασίου ακρωτηρίου έχουν αποκαλυφτή οικισμοί Ελληνιστικής και Ρωμαϊκής εποχής, όπως: Στην μεσημβρινοδυτική παραλία, απέναντι από τη Σφακτηρία, όπου βρέθηκαν σωροί από θραύσματα αγγείων κι άλλα αντικείμενα κεραμεικής. Στο σημείο που αρχίζει η απέναντι από τη νησίδα αμμώδης παραλία λουτρά και χρίσματα Ρωμαϊκών και Ελληνιστικών χρόνων, ως3 και υδραγωγείο. Ανατολικά του ιχθυοτροφείου τεράστιο αρχαίο νεκροταφείο. Στη βορεινή πλευρά του Κορυφασίου, κάτω απο τη "Σπηλιά του Νέστορος", τείχη και χτίσματα αρχαίας πόλεως. Μέσα στη σπηλιά έχουν κατά καιρούς βρεθή αγγεία όλων των εποχών. Στη βορεινή πλευρά οτυ όρμου της Βοϊδοκοιλιάς μυκηναϊκός τάφος. Ο Παυσανίας λέει ότι η Πύλος αυτή ήταν του Νέστορος και βεβαιώνει ότι στην Πύλο του Κορυφασίου "είδεν τον οίκον του Νέστορος, και γραπτήν την εικόνα του και τον τάφον του ιδίου και του θιού του Θρασυμήδους" και ότι "Σπήλαιονεστί εντός της πόλεως, βους δε ενταύθα του Νέστορος και έτι πρότερον του Νηλέως αυλίζεσθαι". Επίσης ότι μέσα στο σπήλαιο αυτό ο Ερμής έκρυψε τα 50 ιερά βόδια του Απόλλωνος. Απόσπασμα: Τουριστικός Οδηγός Μεσσηνίας, Έκδοσις Περιοδικού Νομαρχίας Μεσσηνίας "Αριστομένης", Καλαμάτα, 1970. Επεξεργασία ιστορικών κειμένων: Γιάννης Αναπλιώτης, (σελ. 165-168).
(Οι συνδέσεις στο κείμενο με το φωτογραφικό υλικό, προέρχονται από το Perseus Project Image Browser) Ο λόφος του Επάνω Εγκλιανού βρισκεται στη δυτική πλευρά του δημόσιου δρόμου, 4 χμλ. περίπου νότια της Χώρας και 17 χμλ. βόρεια της Πύλου. το ύψωμα, που το μεγαλύτερο μήκος του είναι περίπου 170 μ. από τα νοτιοδυτικά προς τα βορειοανατολικά, και το πλάτος του όχι περισσότερο από 90 μ., ορθώνεται απότομα σε όλες τις πλευρές του, σε ύψος από 4 μέχρι 7 μ. Μόνο στην ανατολικώτερη άκρη του, ένα σχετικά στενό πλάτωμα βρίσκεται κάπως χαμηλότερα, αλλά με δυσκολία ανέβαινε κανείς ακόμη και απο εκεί, μέχρι το 1952, οπότε ανοίχτηκε μια ανηφορική πρόσβαση στην απότομη πλευρά του λόφου. Το ύψωμα αρχικά είχε κατοικηθεί στην Μεσοελλαδική εποχή, αλλά σίγουρα πριν χτιστεί το ανάκτορο η κορυφή του λαξεύτηκε και ισοπεδώθηκε. Από τότε (αρχές περίπου του 13ου αιώνα π.Χ.) ο λόφος φαίνεται πως προοριζόταν αποκλειστικά για βασιλική εγκατάσταση, με το κύριο συγκρότημα του ανακτόρου και τα βοηθητικά του διαμερίσματα. Πιο κάτω, στις πλαγιές και τα πλατώματα, στα βορειοδυτικά, νοτιοδυτικα και νοτιοανατολικά του λόφου απλώνόταν η πόλη. Σε μικρήν απόσταση, προς τα βόρεια και νότια της ακρόπολης, υπάρχουν βασιλικοί θολωτοί τάφοι, και σε μια ράχη που κατεβαίνει προς τα δυτικά βρέθηκαν οι θαλαμοειδείς τάφοι των κοινών θνητών. Το ανάκτορο έχει έκταση λίγο μεγαλύτερη απο το νοτιοδυτικό μισό του λόφου, ενώ το βορειοανατολικό μέρος δαίνεται πως έμεινε ελεύθερο, χωρίς μεγάλα κτήρια, όπως και στην Τίρυνθα. Οχυρωματικό τείχος, σύγχρονο με το ανάκτορο, δε βρέθηκε στον Επάνω Εγκλιανό, αν και υπάρχει ένα αρχαιότερο περιφερικό τείχος στη βορειότερη άκρη του. Τα απότομα όμως άκρα του ίδιου του λόφου σχημάτιζαν απ' όλες τις πλευρές μια φυσική αμυντική γραμμή που δύσκολα θα μπορούσε να την περάσει ο εχθρός. Απόσπασμα: Blegen, Carl-Rawson, Marion. Το Ανάκτορο του Νέστορος: Σύντομος Οδηγός. Αθήνα: Γεν. Διεύθυνσις Αρχαιοτήτων και Αναστηλώσεως, 1970 (σελ. 6-8) Το Ανάκτορο είναι ένα συγκρότημα από διάφορα κτήρια. Το κεντρικό Κτήριο, περισσότερο από 50 μ. μήκος και 32 μ. πλάτος, ήταν σίγουρα η βασιλική κατοικία. Στα νοτιοδυτικά, μια άλλη κτηριακή εγκατάσταση, μικρότερη απ' το Κεντρικό Κτήριο αλλά αρκετά μεγάλη, είναι ίσως ο παλαιότερος πυρήνας του συγκροτήματος, σύμφωνα με τη χρονολόγηση που δίνει η κατασκευή του, αλλά οπωσδήποτε, και τα δύο χρησίμευσαν ως χώρος κατοικήσιμος οόκληρο τον 13ον αιώνα, ώσπου καταστράφηκαν γύρω στα 1200 π.Χ. Εκτός απο τα καθαυτό κατοικήσιμα δωμάτια, τις αποθήκες και τις σκευοθήκες, το καθένα απότα δύο μεγάλα κτηριακά συγκροτήματα είχε τα επίσημα διαμερίσματά του, καθώς και μία ξέχωρη αποθήκη κρασιού, που βρισκόταν στο πίσω μέρος και προς τα δεξιά του καθενός. Υπήρχε, επίσης, στα βορειοανατολικά, ένα ανεξάρτητο αρκετά μεγάλο κτήριο, που μπορούσε να ήταν εργαστήριο. Εκεί φαίνεται πως αποθηκεύονταν εξαρτήματα αρμάτων και γίνονταν επισκευές σε μετάλλινα και δερμάτινα είδη. Στα βορειοδυτικά του Εργαστηρίου, ανάμεσα σ' αυτό και στην αποθήκη του κρασιού και πίσω από το Κεντρικό Κτήριο, υπήρχαν επίσης μερικά μικρότερα κτίσματα, καταλύματα ίσως για τους σκλάβους και τους υπηρέτες. Απόσπασμα: Blegen, Carl-Rawson, Marion. Το Ανάκτορο του Νέστορος: Σύντομος Οδηγός. Αθήνα: Γεν. Διεύθυνσις Αρχαιοτήτων και Αναστηλώσεως, 1970 (σελ. 8) Για την κατασκευή του ανακτόρου χρησιμοποιήθηκε σε όλα τα τμήματα άφθονα το ξύλο. Ακόμη και οι πέτρινοι τοίχοι είχαν χτιστεί με σύστημα ξυλοδεσιάς. Επίσης, οι κίονες, τα πλαίσια για τις πόρτες, τα φατνώματα, οι οροφές και οι στέγες ήταν φτιαγμένα απ΄ξύλο βασικά και αυτή ακριβώς η πληθώρα του εύφλεκτου υλικού εξηγέι την καταστρεπτική μανία της φωτιάς που αφάνισε το ανάκτορο. Σε όλες τις πλευρές του ανακτόρου, για τις προσόψεις των εξωτερικών τοίχων χρησιμοποιήθηκαν λαξευμένοι ορθογώνιοι πωρόλιθοι. Οι εσωτερικοί τοίχοι χτίστηκαν κυρίως από κοινές, ακατέργαστες, μικρές ή μεγαλύτερες πέτρες, αν και χρησιμοποιήθηκαν μαζί και μεγάλα αγκωνάρια. Οι εσωτερικοί τοίχοι είχαν επίχρισμα από ασβεστοκονίαμα και οι σπουδαιότεροι χώροι ήταν στολισμένοι με τοιχογραφίες. Τα δύο συγκροτήματα είχαν και δέυτερο όροφο, προσιτό με κλιμακοστάσια. Οι τοίχοι των επάνω ορόφων ήτανε χτισμένοι με ωμές πλίθρες βαλμένες και αυτές μέσα σε σκελετό ξυλοδεσιάς. Η στέγη πρέπει να ήταν διαμορφωμένη σε "ταράτσες", ίσως σε δύο η περισσότερα επίπεδα. Επάνω από την Αίθουσα του Θρόνου, η στέγη σίγουρα θα ήτανε ψηλότερη από ό,τι στις πλαϊνές πλευρές. Απόσπασμα: Blegen, Carl-Rawson, Marion. Το Ανάκτορο του Νέστορος: Σύντομος Οδηγός. Αθήνα: Γεν. Διεύθυνσις Αρχαιοτήτων και Αναστηλώσεως, 1970 (σελ. 8-10) Η κύρια είσοδος προς το Κεντρικό Κτήριο του ανακτόρου βρισκόταν στη νοτιοανατολική πλευρά και έφτανε κανείς εκεί περνώντας από μία ευρύχωρη υπάιθρια αυλή στρωμένη με κονίαμα. Η είσοδος ήταν ένα απλό Πρόπυλο με ένα κίονα εμπρός κι άλλον ένα πίσω σε κάθε πρόσοψη. Σώζονται οι πέτρινες βάσεις των κιόνων περιτριγυρισμένες με ζωνάρια από το κονίαμα που διακοσμούσε το κάτω μέρος της κολώνας Οι κίονες ήταν ξύλινοι, με 64 ραβδώσεις, όπως δείχνουνε τα αποτυπώματα που μείνανε στα περιζώματα. Καθώς μπαίνει κανείς στο εξωτερικό Πρόπυλο συναντά αριστερά τη θέση του φρουρού, που φύλαγε την κύρια είσοδο, και την πόρτα που οδηγούσε στα δύο μικρά συνεχόμενα δωμάτια, όπου μάλλον ήταν εγκατεστημένος ο εντεταλμένος για την είσπραξη των φόρων. Στα δύο αυτά δωμάτια βρέθηκαν σχεδόν χίλιες πινακίδες και θραύσματα, με επιγραφές στη γραμμική Β γραφή. Τον Ιούνιο του 1952 ο Michael Ventris πέτυχε να αποκρυπτογραφήσει τη Γραμμική Β γραφή, που αποδείχτηκε πως ήταν ένα παλαιότερο είδος ελληνικής γραφής. Τα κείμενα, που μπορούν τώρα σε σημαντικό μέρος τους να διαβαστούν, είναι λογιστικές καταστάσεις του διοικητικού γραφείου του ανακτόρου. Περνώντας την είσοδο μπαίνουμε στην εσωτερική υπαίθρια Αυλή. Απέναντι υψωνόταν το Προστώο των επισήμων διαμερισμάτων, με δύο κίονες στην πρόσοψή του ανάμεσα στις παραστάδες. Αριστερά, ήταν δύο άλλα συνεχόμενα δωμάτια, πιθανώς το ένα αποθήκη για τρόφιμα και το άλλο Δωμάτιο Αναμονής, όπου μπορούσαν οι επισκεπτες να παραμένουν ώσπου να παρουσιαστούν στον βασιλέα. Tο Δωμάτιο Αναμονής ήταν εφοδιασμένο με ένα θρανίο που είχε επίχρισμα απο κονίαμα με γραπτή διακόσμηση. Εδώ μπορούσαν να κάθονται οι ξένοι περιμένοντας να τους καλέσουν. Στη γωνία υπήρχε ένα πήλινο βάθρο με ζωγραφιές πάνω στο κονίαμά του. Πειρείχε δύο μεγάλους πίθους μάλλον για κρασί. Το διπλανό δωμάτιο ήταν αποθήκη τροφίμων με εκατοντάδες κύλικες πάνω σε ξύλινα ράφια. Θα προσφέραν, λοιπόν, αναψυκτικά στους επισκέπτες την ώρα που περίμεναν. Οι κύλικες, αλλοιωμένες και υαλοποιημένες από τη μεγάλη θερμότητα, βρίσκονται τώρα σε σωρό πάνω στο δάπεδο, όπως έπεσαν, όταν κάηκαν τα ράφια με την πυρκαϊά που κατέστρεψε το ανάκτορο. Όταν έφτανε η ώρα της παρουσιάσεως, κατευθύνονταν οι επισκέπτες προς την Αίθουσα με τις δύο κολώνες. Απ' αυτές σώζονται μόνον οι πέτρινες βάσεις. Οι τοίχοι εδώ φάινεται πως ήταν πλούσια διακοσμημένοι με ξύλινες επενδύσεις και φατνώματα. Δεξιά, πλάι στην είσοδο, υπάρχει η θέση για έναν άλλο φρουρό ή υπηρέτη. Από την πύλη μπαίνουμε στον Πρόδομο, που σαν την Αίθουσα, είχε πάτωμα επιχρισμένο με κονίαμα ζωγραφιστό και τοίχους με ζωηρόχρωμες τοιχογραφίες. Απέναντι, υπήρχε μια ακόμη πύλη, που την φύλαγε άλλος φρουρός. Από κει έμπαινε κανείς, στον επισημότερο ανακτορικό χώρο, την Αίθουσα του Θρόνου. Στο κέντρο βρίσκεται η μεγάλη λατρευτική εστία. Είναι πήλινη, επιχρισμένη με κονίαμα και υψώνεται περίπου 0,20 μ. από το δάπεδο. την πλαισίωναν τέσσερεις ξύλινοι κίονες σε συμμετρική λίγο-πολύ διάταξη, με λίθινες βάσεις, που στηρίζαν υπερώο και ψηλό φωταγωγό ή οπαίο. το τελευταίο θα χρησίμευε για φωτισμό και αερισμό, καθώς και για να φεύγει ο καπνός της εστίας από μια καπνοδόχο φτιαγμένη από δύο πήλινους σωλήνες, που περνούσαν μέσα από τη στέγη. Ο βασιλικός θρόνος βρισκόταν στη μέση σχεδόν του δεξιου τοίχου, αντικρυστά στην εστία. Ήταν κατασκευασμένος από φθαρτό υλικό, μάλλον ξύλο, αναμφίβολα διακοσμημένο με ελεφαντόδοντο ή άλλου είδους ένθετο υλικό, που από τη φωτιά δε σώθηκε κανένα ίχνος του. Η πλατειά αυτή αίθουσα (12,90 μ. μήκος και 11,20 μ. πλάτος), ήταν φωτεινή και χαρούμενη με πολύχρωμη διακόσμηση. Το πάτωμα ήταν χωρισμένο σε τετράγωνα, που το καθένα είχε γραμμικά κοσμήματααπό κόκκινο, γαλάζιο, κίτρινο, άσπρο, μαύρο, ίσως και άλλα ακόμη χρώματα, ενώ μπροστά στο θρόνο υπήρχε, με σχετική φυσικότητα ζωγραφισμένο, ένα μεγάλο χταπόδι. Η εστία έφερε επίσης ζωγραφιστή διακόσμηση: συμβολικές φλόγες στο μέτωπο του αναβαθμού, και οδοντωτό κόσμημα στο στενό του χείλος. Επίσης, συνεχή σπείρα στο ελαφρά υπερυψωμένο πλατύ περιθώριο που περίζωνε τη θέση για τη φωτιά. Κοντά στην εστία και δίπλα στη βάση του δυτικού κίονα βρέθηκε πήλινη τράπεζα προσφορών, επιχρισμένη με κονίαμα. Οι κίονες, με τις 32 ραβδώσεις τους, καθώς και όλα τα ξύλινα τμήματα της οροφής και του υπερώου ήτανίσως διακοσμημένα με ζωηρά χρώματα. Νωπογραφίες σκέπαζαν τους τοίχους σε όλες τις πλευρές της αίθυσας. Έτσι, το βασιλικό θρόνο φρουρούσαν δύο όμοιοι αντικρυστοί γρύπες, που ο καθένας πίσω του, σε βάθος, είχε και από ένα λιοντάρι. Κοντά στην ανατολική γωνία της αίθουσας βρέθηκαν κομμάτια από τοιχογραφία που εικονίζει ανδρική μορφή να παίζει λύρα καθισμένη πάνω σε βράχο. Δίπλα στο βασιλικό θρόνο, στα δεξιά του βασιλέως, υπάρχει στο δάπεδο μια ιδιόμορφη κατασκευή: ένα ρηχό κοίλωμα, όμοιο με λεκάνη, από όπου ένα στενό αυλάκι σε σχήμα V οδηγεί σε δεύτερο όμοιο κοίλωμα, κάπως χαμηλότερο, και 2 μ. περίπου μακρύτερα απο το πρώτο. Χρησίμευε ίσως για να διευκολύνει το βασιλέα να κάνει σπονδές στους θεούς -τελετή που συχνά μνημονεύεται στα Ομηρικά έπη- χωρίς να κατεβαίνει από τον θρόνο του. Τα στενά επιμήκη ανοίγματα που φάινονται κατ' αποστάσεις στους τοίχυος της Αίθουσας του Θρόνου αρχικά περιείχαν μέρος από τα μεγάλα κατακόρυφα και οριζόντια δοκάρια της ξυλοδεσιάς που στη μυκηναϊκή αρχιτεκτονική αποτελούσε τον στερεό σκελετό των τοίχων. Αυτά ίσως να ήταν ορατά στην αρχή, στην πρόσοψη των τοίχων, ενώ στις υστερώτερες δάσεις του ανακτόρου καλύπτονταν με κονίαμα. Είναι ολοφάνερο ότι τα ξύλινα δοκάρια βοήθησαν πολύ στην επέκταση της φωτιάς που κατέστρεψε το ανάκτορο και ασβεστοποίησε μεγάλο μέρος από τις πέτρες της τοιχοδομίας. Αρχικά, φαίνεται πως υπήρχε σε κάθε πλευρά της Αίθουσας του Θρόνου ένας μακρύς διάδρομος που οδηγούσε στους διάφορους παράπλευρους χώρους. Ο διάδρομος αριστερά, δηλαδή στη νοτιοδυτικη πλευρά, χωρίστηκε αργότερα με εγκάρσιους τοίχους σε πρόσθετους χώρους. Τα πέντε μικρά δωμάτια στη δυτική γωνία του κτηρίου βρέθηκαν γεμάτα από σπασμένα αγγεία και σίγουρα ήταν αποθήκες, όπου φυλάγονταν τα περισσότερα οικιακά σκεύη του ανακτόρου. Ο μακρόστενος χώρος, δίπλα στην Αίθουσα του Θρόνου, περιείχε πολλά μεγάλα αγγεία διαφόρων σχημάτων, πλήθος από μικροσκοπικά αναθηματικά αγγεία, καθώς και τμήμα τράπεζας προσφορών. Το δωμάτιο προς τα αριστερά, που κάποτε είχε σε όλες τις πλευρές του ξύλινα ράφια, περιείχε ακριβώς 2.853 κύπελλα ή κύλικες με υψηλο πόδι, όλα σπασμένα και θρυμματισμένα. Οι άλλες τρεις αποθήκες ήταν κι αυτές γεμάτες με οικιακά σκεύη σε διάφορα μεγέθη και σε 23 τουλάχιστον διαφορετικά σχήματα. Ο συνολικός αριθμός των αγγείων που βρέθηκαν σ΄αυτούς τους χώρους ξεπέρασε τις 6.000. Πίσω από την Αίθουσα του Θρόνου υπάρχουν δύο μεγάλες αποθήκες, όπου φυλαγόταν το λάδι σε πιθάρια, βαθειά τοποθετημένα σε πήλινα πεζούλια επιχρισμένα με κονίαμα. Βρέθηκαν 17 πιθάρια στο δωμάτιο 23 και 16 στο δωμάτιο 24. Πολλές πινακίδες, ολόκληρες ή κομμάτια, σχετικές με τις διάφορες ποσότητες του αποθηκευμένου λαδιού, βρέθηκαν στο δωμάτιο 23, σκορπισμένες στα πεζούλια και στο πάτωμα. Αξίζει να σημειωθεί ότι η λέξη έ λ α ι ο ν (ELAWON) που εμφανίζεται στις πινακίδες είναι κυριολεκτικά η ίδια που και σήμερα ύστερ' από τρεις χιλιάδες χρόνια και πλέον χρησιμοποιείται στη νέα Ελληνική γλώσσα. Στη βορειοανατολική πλευρά της Αίθουσας του Θρόνου υπάρχει ένας μακρύς διάδρομος. Μια διακλάδωσή του, στη βορεινή γωνία του κτηρίου, οδηγούσε σε αποθήκη λαδιού όπου βρέθηκαν, στη θέση τους, υπολείμματα από 16 μέγάλα πιθάρια. Απέναντι από την Αίθουσα του Θρόνου, στα δεξιά, υπάρχει σειρά από πέντε δωμάτια διαφορετικών διαστάσεων. Το βορειοδυτικότερο περιείχε δώδεκα πιθάρια για λάδι και πουάριθμα μικρότερα άλλων σχημάτων αγγεία. Πολλά από αυτά είχαν γραπτή διακόσμηση και φαίνεται πως σ' αυτή την αποθήκη φυλαγόταν η καλύτερη ποιότητα λαδιού. Τα άλλα δωμάτια αυτής της σειράς πρέπει να ήταν άδεια την ημέρα της πυρκαϊάς ή είχαν αποθηκευμένα φθαρτά υλικά. Αλλά λίγο πάνω από το δάπεδο του μεσαίου δωματίου, στην επίχωση, βρέθηκαν πολλά μικρά θραύσματα από ελεφαντόδοντο, καμμένα και μαυρισμένα από τη φωτιά και πολύ σπασμένα. Σίγουρα είχαν πέσει απο το επάνω δωμάτιο και ανήκαν μάλλον σε χτένια, βούρτσες και κοσμηματοθήκες των κυριών του ανακτόρου, που θα είχαν τα διαμερίσματά τους στο επάνω πάτωμα. Στο διάδρομο και απέναντι σχεδόν από την πλάγια πόρτα του Προδόμου, που βρίσκεται μπροστά στην Αίθουσα του Θρόνου, διατηρούνται στη θέση τους οχτώ πέτρινα σκαλοπάτια του κλιμακοστασίου, που οδηγούσε στον επάνω όροφο. Οι μετρήσεις που έγιναν στα σκαλοπάτια αυτά και οι υπολογισμοί για τον απαραίτητο για τη σκάλα χώρο, δείχνουν πως αρχικά θα υπήρχαν 21 ίσως σκαλοπάτια προς τον επάνω όροφο. Στην απέναντι πλευρά του κτηρίου, που και σ΄αυτήν πιθανώς οδηγούσε επίσης μια πόρτα από τον Πρόδομο, διατηρούνται υπολείμματα από δύο σκαλοπάτια ενός άλλου κλιμακοστασίου. Το κλιμακοστάσιο αυτό, μετά από εννέα σκαλοπάτια είχε ένα πλατύσκαλο. Γυρίζοντας κατόπιν δεξιά, και ύστερ' από δύο ή τρία σκαλοπάτια έβρισκε κανείς ένα δεύτερο πλατύσκαλο. Στρίβοντας πάλι δεξιά, μετά εννέα ή δέκα σκαλοπάτια, έφτανε σ' ένα διάδρομο του επάνω ορόφου, που βρισκόταν σε ύψος περίπου 3,25 μ. από το δάπεδο του ισογείου. Ο μακρύς διάδρομος συνεχίζεται πέρα από το βορειοανατολικό κλιμακοστάσιο και φτάνει σε μια διακλάδωση που στρίβει αριστερά, δίπλα απο το μεγάλο Προστώο της Αίθουσας του Θρόνου. Εδώ, μπαίνει κανείς σ' ένα προθάλαμο, που οδηγεί προς τα αριστερά, σε δύο δωμάτια που δεν περιείχαν τίποτα το αξιόλογο, εκτός από δύο-τρία ενδιαφέροντα αγγεία. Μια άλλη πόρτα του προθαλάμου οδηγεί κατ' ευθείαν εμπρός σε Πυλώνα, με ξύλινο κίονα στην πρόσοψή του, τοποθετημένο σε πέτρινηβάση. Ο Πυλώνας άνοιγε βορειοανατολικά σε μία αρκετά μεγάλη περιτειχισμένη αυλή, στρωμένη με κονίαμα. Αυτή μπορεί ναήταν η ιδιαίτερη αυλή, όπου ησύχαζε ο βασιελύς, όταν επιθυμούσε μοναξιά ή όταν ήθελε να γλυτώσε απο ενοχλήσεις. Ο τοίχος που την κλείνει ολόγυρα οπωσδήποτε ανήκει στην τελευταία οικοδομική φάση του ανακτόρου. Σε παλιότερες φάσεις, υπήρχε ένας δρόμος που οδηγούσε από αυτόν τον Πυλώνα προς την βορειο-ανατολική άκρη της Ακρόπολης. Στον νεώτερο αυτό τοίχο της αυλής που δεν επικοινωνούσε με τον έξω χώρο, υπάρχει, απέναντι περίπου από τον Πυλώνα, ένα μικρό, σχεδόν τετράγωνο, άνοιγμα. Έτσι φαίνεται πιθανό, ότι τρεχούμενο νερόερχόταν ως εκεί. Δε βρέθηκαν ίχνη που να δείχνουν πως υπήρχε μες στην αυλή μόνιμη δεξαμενή νερού. Ίσως βρισκόταν πάντοτε εκεί ένα πιθάρι γεμάτο. Πέρα απο τη βορειοδυτικήν άκρη της αυλής, βλέπει κανείς το μοναδικό τμήμα που διατηρήθηκε από τον αρχικό εξωτερικό τοίχο του Κεντρικού Κτηρίου του ανακτόρου. Η πρόσοψή του αποτελείται από μεγάλους πωρόλιθους -αγκωνάρια- τοποθετημένους ισοδομικά, που έχουν όμως ιδιάζουσες ενώσες, ανοιχτές σε σχήμα V. Όλα τα αγκωνάρια της δεύτερης από το έδαφος σειράς έχουν στην επάνω επιφάνειά τους τρύπες (τόρμους) για τη στερέωση (γόμφωση) ενός μεγάλου οριζόντιου ξύλινου δοκαριού με πάχος γύρω στα 0,30 μ. Περίπου τέσσερεις ή πέντε δόμους ψηλότεραυπήρχε πιθανόως ένα άλλο όμοιο δοκάρι απλωμένο σε όλο το μήκος του τοίχου. Εάν υπήρχαν ανοίγματα για παράθυρα, οι ενδείξεις δεν το βεβαιώνουν, το κατώτερο δοκάρι θα μπορούσε να χρησιμεύσει για κατώφλι και το ανώτερο για ανώφλι (πρέκι). Λίγο βορειοδυτικότερα, πέρα απ' την αυτλή, υπάρχει, στον εξωτερικό τοίχο, ένα μάλλον πλατύ κοίλωμα -εσοχή- για αισθητικούς πιθανώς λογους, όπου ίσως να υπήρχε παράθυρο. Έξω από τον τοίχο, ακόμη βορειοδυτικότερα, μια μεγάλη έκταση γεμάτη από αγκωνάρια που έπεσαν από αυτόν, έχει μείνει όπως ακριβώς βρέθηκε. Κοιτάζοντας από την αυλή μπορούμε να δούμε πέντε έως έξι σειρές από αυτά τα αγκωνάρια. Κάθε μια, πιθανώς, αντιπροσωπεύει και ένα δόμο. Είναι φανερό πως ένα μεγάλο τμήμα του τοίχου έπεσε μονοκόμματο προς τα έξω όταν η φωτιά που αφάνισε το ανάκτορο βρισκόταν στη μεγαλύτερή της ένταση. Η συγκεντρωμένη στην Αποθήκη 32 ποσότητα λαδιού θα μπορούσε κάλλιστα να είχε πάρει φωτιά με εκρηκτική δύναμη. Επιστρέφοντας στον προθάλαμο, μπορούμε να σταθούμε για να σημειώσουμε ότι βρέθηκε γεμάτος από θραύσματα περισσότερων από είκοσι μεγάλων πιθαριών και πολλών μικρότερων αγγείων. Τα πιθάρια που στο μεγαλύτερο μέρος τους είχαν πέσει από τον επάνω όροφο, πειρείχαν λάδι και είναι φανερό ότι το εύφλεκτο περιεχόμενό τους προκάλεσε την καταστρεπτική μανία των φλογών. Σκορπισμένα μες στα καμμένα συντρίμμια βρέθηκαν 19 τεμάχια από ενεπίγραφες πινακίδες. Πολλές απ' αυτές αναφέρονται σε ελαιόλαδο διαφόρων ειδών και χρήσεων. Νοτιοανατολικώτερα, υπάρχει ένα μακρύ και στενό δωμάτιο λουτρού, το μοναδικό στο είδος του που ως τώρα έχει αποκαλυφθεί σε Μυκηναϊκό ανάκτορο στην ηπειρωτική Ελλάδα με την εγκατάστασή του αρκετά καλά διατηρημένη. Στον νοτιοανατολικό τοίχο του δωματίου, μέσα σε πήλινο πεζούλι επιχρισμένο με κονίαμα, βρίσκεται ένας πήλινος λουτήρας με γραπτές διακοσμήσεις. Ο λουτήρας είναι του τύπου με τις ελαφριά προς τα μέσα πιεσμένες πλευρές. Ο λουόμενος πιθανώς καθόταν μέσα, ενώ ο υπηρέτης ή ένας βοηθός έχυνε νερό απάνω του. Ένα βοηθητικό πήλινο σκαλοπάτι, επιχρισμένο με κονίαμα, διευκόλυνε να μπει κανείς στο λουτήρα. Στην ίδια πλευρά μ΄αυτόν, στη νότια φωνιά του δωματίου, υπάρχει επίσης ένα υψηλό πήλινο πεζούλι, επιχρισμένο με κονίαμα, μέσα στο οποίο είναι τοποθετημένα δυο μεγάλα πιθάρια περίπουτ 1,20 μ. ύψος. Θα περιείχαν ίσως το νερό που χρειαζόταν για το λουτρό. Στον πυθμένα του νοτιοδυτικού πιθαριού βρέθηκαν εφτά κοινές κύλικες και στο άλλο εννέα, μαζί με μερικά άλλα μικρά αγγεία. Μια κύλιξ ακέραιη βρέθηκε στον πυθμένα του ίδιου του λουτήρα. Αυτά τα δοχεία χρησίμευαν, χωρίς αμφοβολία, για να χύνουν νερό πάνω στον λουόμενο. Επιστρέφοντας από τον προθάλαμο και την διακλάδωση προς τον κύριο διάδρομο και βγαίνοντας από την είσοδο αριστερά, συναντούμε μια μικρή στοά, που είχε στην πρόσοψή της, προς την αυλή του ανακτόρου, δυο ξύλινους κίονες. Οι κίονες στηρίζονταν σε λίθινες βάσεις και έιχαν στο κατώτερο μέρος τους ένα διακοσμητικό περίζωμα από κονίαμα. Τα αποτυπώματα στο κονίαμα δείχνουν ότι κάθε κίονας είχε 60 ραβδώσεις. Οι κίονες θα στήριζαν έναν εξώστη, από όπου οι γυναίκες, τα παιδιά και άλλοι θεατές θα μπορούσαν να παρακολουθούν άνετα τις τελετές που αναμφίβολα γίνονταν στην αυλή με την ευκαιρία επισήμων γεγονότων. Στη νοτιοανατολικη άκρη της στοάς αυτής, υπάρχουν δύο πόρτες, η μια πλάι στην άλλη. Η δεξιά οδηγούσε σε μια κλίμακα, από την οποία σώζονται τρία σκαλοπάτια και μέρος από ένα τέταρτο. Αυτή η σκάλα ανέβαζε στον επάνω όροφο μιας πυργοειδούς κατασκευής δίπλα στο Πρόπυλο, που θα μπορούσε να ήταν το φυλάκιο ή το αρχηγείο της φρουράς των ανακτόρων. Η άλλη πόρτα, στ' αριστερά, άνοιγε σε ένα διάδρομο, απ' όπου, στρίβοντας αριστερά, μπαίνουμε σε ένα μάλλον μεγάλο και κομψό δωμάτιο με μια εστία, την Αίθουσα της Βασίλισσας. Η αίθουσα αυτή καταστράφηκε πολύ απο την πυρκαϊά. Η φωτιά εκεί είχε αναμφίβολα φουντώσει από το λάδι που ήταν αποθηκευμένο στα πιθάρια του απάνω ορόφου που είχαν πέσει στον προθάλαμο. το λάδι θα είχε χυθεί στο λουτρό, και πιθανώς στο πλαϊνό δωμάτιο. το πάτωμα στην Αίθουσα της Βασίλισσας, που κάποτε πιθανόν να είχε γραπτές διακοσμήσεις, έπαθε σοβαρές βλάβες και μάυρισε, ενώ οι πέτρες στους τοίχους του δωματίου ασβεστοποιήθηκαν. Το ασβεστοκονίαμα που είχε τις τοιχογραφίες έπεσε σε κομμάτια στο πάτωμα. Έχουν αποκαλυφθεί αρκετά απ' αυτά τα κομμάτια, ώστε να γίνεται φανερό ότι θέματα με παραστάσεις ζώων, όπως γρύπες, λιοντάρια σε φυσικό μέγεθος, ή πάνθηρες και άλλα ζώα, ήταν αγαπητά και παριστάνονταν πιθανώς στους τέσσερεις τοίχους. Η εστία, στο κέντρο της αίθουσας, αν και πολύ μικρότερη από την αντίστοιχη στην Αίθουσα του Θρόνου, ήταν, ωστόσο, διακοσμημένη με τον ίδιο τρόπο, και με περισσότερη ακόμη λεπτότητα, με φλογοειδή, ζητοειδή, και σπειροειδή κοσμήματα. Μπορεί να μετρήσει κανείς τέσσερεις ως πέντε διαδοχικές στρώσεις από κονίαμα, που η καθεμιά είχε γραπτή διακόσμηση. Μια πόρτα στη βορειοανατολική γωνία της Αίθουσας της Βασίλισσας οδηγούσε σε μια άλλη περιτειχισμένη αυλή, όμοια με τη διπλανή αυλή του βασιλέως, στην οποία επίσης δεν μπορούσε κανείς να μπει απ΄έξω. Στο δάπεδο, κοντά στην πόρτα, βρέθηκαν περίπου τρεις δωδεκάδες γραπτοί ψευδόστομοι αμφορείς διαφόρων μεγεθών. Δύο ή τρεις σειρές από μικρές τρύπες που χωρίζουν κατά μήκος την αυλή μπορεί να χρησίμευαν για την τοποθέτηση πασσάλων, ώστε να φράζονται τμήματα του χώρου, για να παίζουν τα παιδιά ή για να στήνεται τέντα που θα έδινε σκιά ή ίσως για να βάζουν σκοινί για το στέγνωμα των ρούχων. Μια άλλη πόρτα από την Αίθουσα της Βασίλισσας οδηγούσε σε ένα διάδρομο, από όπου μια διακλάδωση έφερνε σε μικρό δωμάτιο, στη γωνιά του κτηρίου. Οι τοίχοι εδώ ήταν διακοσμημένοι με τοιχογραφίες πολύ κατεσρταμμένες δυστυχώς από την πυρκαϊά. Το πάτωμα ήταν χωρισμένο σε σειρές από τετράγωνα (επτά επί επτά), με λεπτοεργασμένα ποικίλα γραμμικά σχέδια κατά μήκος των τοίχων και, σε λοξές σειρές, χταπόδια, δελφίνια και άλλα ψάρια, δοσμένα με σχετική φυσικότητα. Ο στενός διάδρομος είχε επίσης γραπτές διακοσμήσεις στο πάτωμά του. Ένα χταπόδι και γραμμικά σχέδια. Ένα γειτονικό δωμάτιο προς τα νοτιοδυτικά, προσιτό μόνον από το διάδρομο, ήταν μάλλον αποχωρητήριο. Δέκα εφτά ψυδόστομοι αμφορείς, ήταν τοποθετημένοι στο πάτωμα στα αριστερά της πόρτας. Κον΄τα στην ανατολική γωνιά, κάτω από το άνοιγμα μιας μεγάλης πέτρινης πλάκας, μπορούσε να τρέξει νερό σ' έναν υπόγειο οχετό. Απόσπασμα: Blegen, Carl-Rawson, Marion. Το Ανάκτορο του Νέστορος: Σύντομος Οδηγός. Αθήνα: Γεν. Διεύθυνσις Αρχαιοτήτων και Αναστηλώσεως, 1970 (σελ. 10-31) Περίπου 90 μέτρα από την πύλη, προς τα βορειοανατολικά, περνώντας μέσα από έναν ελαιώνα, φτάνει κανείς σ' ένα θολωτό τάφο, που η θόλος του αναστηλώθηκε στα 1957 από την Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία. Αν και κτισμένος με μικρές πλακωτές πέτρες, είναι ωστόσο μεγάλος τάφος, με διάμετρο 9.35 μ. Η θόλος είχε καταρρεύσει μέχρι το επάνω μέρος του ανοφλίου και ο θάφος είχε γεμίσει με χώματα που βρέθηκαν τελείως ταραγμένα, γιατί προφανώς είχε συληθεί στην αρχαιότητα. Οι συλητές όμως ήταν ασυνήθιστα απρόσεκτοι, και γι' αυτό μεγάλης αξίας ευρήματα απόμειναν στον τάφο. Ανάμεσα στα αντικείμενα που βρέθηκαν, περιλαμβάνονται πολλά χρυσά, μαζί και μια βασιλική σφραγίδα με παράσταση φτερωτού γρύπα, δύο δαχτυλίδια, κοσμήματα σε σχήμα γλαύκων, κι ένα περίαπτο σε σχήμα ασπίδας. Επίσης 250 χάντρες από αμέθυστο και διάφορους άλλους λίθους, καθώ ςκαι θραύσματα από χάλκινα όπλα κλπ. Υπολείμματα ενός άλλου θολωτού τάφου βρίσκνται σχεδόν στην ίδια απόσταση, προς νότον του λόφου των ανακτόρων. Σχεδόν ολόκληρη η θόλος έχει αποκοπεί περί τα 0,30 μ. από το δάπεδο. ένα μεγάλο μέρος του δαπέδου βρέθηκε άθικτο και σε έξη επίσης άθικτες λακκοειδής ταφές, κάτω απ' αυτό, αποκαλύφθηκαν πολλά πολύτιμα αντικείμενα: τέσσερεις μεγάλοι πίθοι, που καθένας περιείχε ένα σκελετό, 22 χάλκινα ξίφη και εγχειρίδια, διάφορα χάλκινα σκεύη, μεγάλη συλλογή αγγείων, και ένας θαυμάσιος σφραγιδόλιθος, που παριστάνει κάπρο που αμύνεται. Οι λακκοειδείς τάφοι και το δάπεδο έχουν τώρα σκεπαστεί και κανένα μέρος του τάφου δεν είναι ορατό. Περίπου ένα χιλιόμετρο, κάτω στο δρόμο προς την πεδιάδα, βρέθηκε ένας άλλος θολωτός τάφος, που επίσης πρέπει να έχει κάποια σχέση με την τοποθεσία του ανακτόρου. Σκάφτηκε στο 1939. Βρέθηκε κι αυτός συλημένος, αλλά πολλά αντικείμενα είχαν απομείνει απ' τη σύληση μεταξύ των οποίων άφθονα κομμάτια από σκαλιστό ελεφαντοκόκκαλο, χρυσές χάντρες, ημιπολύτιμοι λίθοι και υαλόμαζα. Νεκροταφείο από θαλαμοειδής τάφους για τους ιδιώτες που κατοικούσαν στην κάτω πόλη, γύρω απ' την ακρόπολη, έχει βρεθεί στις πλευρές μιας ράχης, περίπου 500 μ. δυτικά του ανακτόρου. Τρεις τάφοι ανασκάφτηκαν και έδωσαν μερικά καλά αγγεία και άλλα αντικείμενα. Δύο από τους θαλαμοειδείς αυτούς τάφους βρέθηκαν σε κατάσταση καταρρέυσεως και ξαναγεμίστηκαν με χώμα. Απόσπασμα: Blegen, Carl-Rawson, Marion. Το Ανάκτορο του Νέστορος: Σύντομος Οδηγός. Αθήνα: Γεν. Διεύθυνσις Αρχαιοτήτων και Αναστηλώσεως, 1970 (σελ. 41-42)
Το 589 μ.Χ. την καταλαμβάνουν οι Άβαρες -από τους οποίους και η νεώτερη ονομασία του αρχαίου κάστρου της: Αβαρίνο-Ναβαρίνο. Το 1287-1308 οι Φράγκοι κατακτητές του Μοριά πάνω στα ερείπεια του παλιού οικοδομήσανε νέο κάστρο, με περίμετρο 600 πάνω-κάτω μέτρων, όπως μας πληροφορεί ο συμβολαιογράφος κ. Κ. Μπαλαφούτης. Κατά το 1385 έπεσε στα χέρια της ισπανικής εταιρείας των Ναβαρραίων, που δώσανε σ' αυτό το όνομά τους: "Κάστρο των Ναβαρραίων". Σήμερα ακούγεται, για να διακρίνεται απο΄το Νιόκαστρο, και ως Παλαιόκαστρο ή Παλιοναβαρίνο. Το 1414 περιήλθε στους Βενετούς και το 1500 στους Τούρκους. Απόσπασμα: Τουριστικός Οδηγός Μεσσηνίας, Έκδοσις Περιοδικού Νομαρχίας Μεσσηνίας "Αριστομένης", Καλαμάτα, 1970. Επεξεργασία ιστορικών κειμένων: Γιάννης Αναπλιώτης, (σελ. 167). Στα 1686 η Βενετία με τον Στρατηγό της Φραγκίσκο Μοροζίνη καταλάμβανε την Πελοπόννησο και την Μεσσηνία, ενώ με τον Σουηδό στρατηγό Καίνιξμπερκ, το Νιόκαστρο 2/14 Ιούνίου 1686. Η Βενετσιάνικη κατοχή δεν κράτησε πάρα 27 χρόνια. Στο μικρό αυτό διάστημα οι Βενετοί αξιοποιούσαν το φρούριο του Νιόκαστρου με μια σειρά στρατιωτικών μεταρρυθμίσεων, ενώ την πολιτεία την μετέτρεπαν σε ένα σπουδαίο εμπορικό κέντρο. Ευρωπαϊκός λαός οι Βενετοί, με μια σχετική πρωτοπορεία στις ενέργειές τους, εφάρμοζαν νέα μέσα και τ΄ροπους διοικήσεως και καλλιέργειας της γης. Συστηματικά και πολύ έντονα καλλιέργησαν τον κάμπο της Γιάλοβας και του Μπισυλή και για πρώτη φορά έφτιαξαν στο λιμάνι της Πύλου ιχθυοτροφείο και μια σειρά από Αλυκές. Ανάπτυξαν το εξαγωγικό εμπόριο με τις χώρες της Β. Αφρικής και προώθησαν την κίνηση του Νιόκαστρου σε αρκετά μεγάλο βαθμό. Οι Νιοκαστρίτες βρήκαν την ευκαιρία να αναδειχθούν έμποροι και ναυτικοί πρώτης τάξεως. Αλλά και οι Βενετσιάνοι παρά τον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό τους, δεν έπαυσαν να είναι τύραννοι των Ελλήνων. Να πως εκφράζεται ο Βενετός προβλεπτής της Μεθώνης, Μαρίνος Μικιέλλι σε μια έκθεσή του στην Βενετία, για τους έλληνες του Νιόκαστρου και της Μεθώνης. "Οι κάτοικοι του Νέου Ναβαρίνου και της Μοθώνης είναι ναυτικοί και συστηματικά πονηροί και καταφερτζήδες. Ασχολούνται πολύ με το εμπόριο και συνήθως εμπορεύονται με τους πειρατές της Μπαρμπαργιάς. Φορούνε βράκες, το συνηθισμένο ντύσιμο των Ελλήνων ναυτικών... Η παραγωγή της περιφερείας αυτής είναι μπερνοκόκι, κρασί, λάδι, τυριά, σταφίδες, μαλλιά, μετάξι, σιτάρι, κερί, μέλι και δημητριακά... Η τουρκική αντεπίθεση του 1714 απομάκρυνε τους Βενετούς απο το Νιόκαστρο και το έρριχνε και πάλι στηντόσο γνωστή νοσηρή κατάσταση της Τουρκικής κατοχής". Απόσπασμα: Καλδής, Δημ., Βασίλης. Ταξίδι στην Νεώτερη Πύλο. Αθήνα, 1978 (σελ. 12-14)
Στα νοτιοδυτικά της πόλης της Πύλου, στη δεξιά άκρη του λιμανιού της, πάνω στα βράχια, στις βόρειες υπώρειες του βουνού του Αγ. Νικολάου, ανάμεσα στα πεύκα, στέκεται το Νιόκαστρο. Κατασκευή γερή, από την Τουρκοκρατία του 1573 και το σουλτάνο Σελήμ, δέχθηκε, όπως όλα εδώ γύρω, την επιρροή των Βενετσιάνων, των Γάλλων του εκστρατευτικού σώματος του στρατηγού Maison, αλά και πρόσφατα, των Ιταλών κατακτητών. Τα κύρια μέρη του Κάστρου είναι: ο Βόρειος πύργος ή καστράκι του Αγ. Μάρκου, ο Έβδομος ή καστράκι πυροβολικού της Αγ. Βαρβάρας (Castello da Mare), ο Νότιος πύργος (ή πύργος του San Gaetan) της μεγάλης βέργας, οι στρατώνες του Maison και βέβαια το πιο όμορφο τμήμα η εξαγωνική ακρόπολη. Ο δυτικός προμαχώνας της θάλασσας ή ντάπια της θάλασσας είναι ο Έβδομος. Το όνομά του το πήρε απο τα επτά διαμερίσματα και τις ισάριθμες θέσεις κανονιών προς τη θάλασσα. Αυτός κτίστηκε πρώτα απ' όλο το κάστρο, το 1572, σαν ένα πρώτο οχυρωματικό έργο των Τούρκων, για τη άμυνα αλλά και τον έλεγχο της εισόδου του λιμανιού. Εδώ θα πρέπει να υπενθυμίσουμε, ότι μέχρι τότε δεύτερη βόρεια είσοδος του λιμανιού, έκλεισε με την πόντιση κατεστραμμένων πλοίων και άχρηστων υλικών στο στενό της Συκιάς από τον Ουλούτς Αλή το 1572, μετά τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου. Στο τέλος της κατασκευής, ο Έβδομος ενσωματώθηκε σαν μικρός πύργος στα τείχη του κάστρου, γι΄αυτό και η είσοδός του είναι μόνο εσωτερική. Στη συνέχεια κατασκευάστηκαν ο Βόρειος και ο Νότιος πύργος, έπειτα η ακρόπολη και ακολούθησαν τα τείχη (οι Βέργες), με τις πολεμίστρες και τις τηλεβόθρες που περιβάλλουν όλες τις κατασκευές. Οι Ενετοί του Morosini μετά το 1686, πρόσθεσαν τρεις μικρούς πύργους. Στη δυτική Βέργα, τον πύργο του Αγ. Πατρικίου, στην ανατολική τον πύργο της Αγ. Αγνής και δίπλα στην κύρια είσοδο του κάστρου, τον πύργο του Αγ. Αντωνίου. Κατά την κατοχή, το 1944, δυστυχώς καταστράφηκε ο Νότιος πύργος από συμμαχικούς βομβαρδισμούς και σήμερα στη θέση του υπάρχουν ερείπια. Στα ανατολικά του κάστρου, βρίσκεται το πιο όμορφο και γνωστό κομμάτι του, η εξαγωνική ακρόπολη που πήρε τη σημερινή της μορφή στη Β' Ενετοκρατία. Στους πέντε προμαχώνες, υπάρχουν θολωτές στέρνες για τη συλλογή των ομβρίων και καταπακτές για την εξυπηρέτηση των φρουρών. Το πάχος της κατασκευής εδώ, φθάνει και τα τρία μέτρα. Ενώ η ακρόπολη ειναι εξαγωνική, οι προμαχώνες είναι πέντε. Ο έκτος κατεστράφη από βομβαρδισμό του Morosini, -τι σύμπτωση-, το 1686. Μετά την Απελευθέρωση και για 100 περίπου χρόνια, η ακρόπολη χρησιμοποιήθηκε σαν φυλακή. (...) Πιο πέρα από την είσοδο στον περίβολο, σώζεται η τουρκική δεξαμενή-υδραγωγείο του Κάστρου. Η κυρια είσοδος του Κάστρου ήταν ανατολικά της Ακρόπολης, ενώ η σημερινή είσοδος ήταν δευτερεύουσα. Αριστερά της σημερινής εισόδου, το μεγάλο πέτρινο κτίριο κατασκευάστηκε από το Γαλλικό εκστρατευτικό σώμα το 1828 για τις ανάγκες της διαμονής του εδώ και είναι γνωστό σαν οι "στρατώνες του Μαίζωνος". Μετά την Απελευθέρωση στέγασε τους δεσμοφύλακες και αργότερα τα στρατεύματα κατοχής. Σήμερα, μετά την αναπαλαίωσή του, ο όροφος χρησιμοποιείται από το κέντρο Εναλίων Αρχαιοτήτων για βιβλιοθήκη αλλά και σαν ξενώνας πέντε δωματίων για ερευνητές και επιστημονικό προσωπικό, ενώ το ισόγειο φιλοξενεί τμήμα της συλλογής του Γάλλου φιλέλληνα, Rene Puaux. Στο κέντρο της συνολικής έκτασης (75 στρέμματα) που καλύπτει το Νιόκαστρο, είχε κτιστεί από τους Τούρκους, τζαμί, με σταυροειδή διαμόρφωση και πέντε τρούλους. Στο νοτιοδυτικό μέρος του υψωνόταν ο μιναρές, που ένα σημαντικό τμήμα του με την εσωτερική πέτρινη σκάλα, σώζεται και σήμερα. Η χρήση του τζαμιού, ήταν ανάλογη με τους κατακτητές του κάστρου. Ο Fr. Morosini, το 1686, μετά την θριαμβευτική του είσοδο στο κάστρο, το μετέτρεψε σε Χριστιανικό Ναό του Σωτήρος Χριστού. Οι εναλλαγές χρήσεων συνεχίστηκαν στη Β' Τουρκοκρατία, τα Ορλωφικά και την Επανάσταση του ΄21, όπου ο Ναός μετονομάστηκε σε Ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος ή Αγιά-Σωτήρα. Απόσπασμα: Μπίρης, Α., Γιάννης. Ένας δρόμος στο Νότο; Χώρα-Πύλος-Μεθώνη: Το βασίλειο του Νέστορα και ο Μοθών Λίθος. Αθήνα, 2000 (σελ. 79-81)
Κατά την Ορλωφική Επανάσταση οι Νιοκαστρίτες, με αρχηγό τους τον Δεσπότη Μεθώνης, άνθιμο Καράκαλο, πολλά προσέφεραν στις Ελληνορωσσικές δυνάμεις των Ορλώφ και του Γιάννη Μαυρομιχάλη, που έπειτα από μικρή πολιορκία, καταλάμβαναν, στις 23 Απρίλη του 1769 το Νιόκαστρο. Μετά την κατάληψη και τις πομπώδεις δηλώσεις των Ορλώφ "Περί εγκαταστάσεως και μετατροπής, του λιμένος της Πύλου σε Ρωσικό Ναύσταθμο" πολλοί Έλληνες, έσπευσαν να εκγατασταθούν στο Νιόκαστρο, είτε σαν πολεμιστές είτε σαν τεχνίτες ή εργάτες. Κι εκεί που φαινόταν πως θάνθιζε μια νέα ζωή, γεμάτη από χρυσές ελπίδες και όνειρα, ξαφνικά κέσπασε νέα μπόρα, που έφερε την κατασγροφή και την ερήμωση. Στα 1770, σαν θύελλα, η τουρκική αντεπίθεση του Αλβανού Οσμάν Πασά σάρωσε τις Ελληνορωσικές δυνάμεις, στην Κορώνη και στο Μεσοχώρι, κατάλαβαν και το Νι΄καστρο, που το κατάκαψαν, τους δε έληνες άγρια τους κατάσφαξαν. Λένε μάλιστα πως οι Ρώσοι αξιωματικοί, στρτιώτες και ναύτες, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον απο τις γέφυρες των πλοίων τους παρακολούθησαν το απαίσιο θέαμα των ομαδικά εκτελούμενων Ελλήνων. Όσοι απ΄αυτούς μπόρεσαν να σωθούν κατάφυγαν στα Επτάνησα, στην Κρητη, στην Αίγυπτο και την Μικρά Ασία. Το Νιόκαστρο, όπως και όλη η περιοχή, βυθίστηκε στην πιο σκοτεινή και τυραννική περίοδο, που γνώρισε ποτέ η Ελληνική Ιστορία. Οι καταστροφές και ο φόβος που κατείχε τους λίγους Έλληνες της περιοχής ήσαν τόσο καταφανείς, ώστε τις είδε και τις παρατήρησε και ο Σατωβριάνδος, που επισκέφθηκε την Μεθώνη στα 1804. Απόσπασμα: Καλδής, Δημ., Βασίλης. Ταξίδι στην Νεώτερη Πύλο. Αθήνα, 1978 (σελ. 14-15)
Η αιματόβρεκτη γη του ξερόβραχου της Σφακτηρίας είναι κατάσπαρτη από κόκκαλα και τάφους Ελλήνων και φιλελλήνων αγωνιστών της Ελευθερίας. Εκατοντάδες Έλληνες έχουν ταφή σ' αυτή κατά την άτυχη επανάσταση του 1769-70. Σ' αυτή πέσανε στις 26 Απριλίου 1825, υπερασπιζόμενοι το έδαφός της εναντίον των ορδών του Ιμπραήμ ο υπουργός του Πολέμου Αναγνωσταράς,ο Τσαμαδός, ο Σαχίνης, ο Ιταλός Φιλλέληνας Σάντα ρόζα και 450 άλλοι Έλληνες μαχητές. Μαρμάρινο Μνημείο στη μεσημβρινοανατολική γωνία της νησίδας και μαρμάρινη Στήλη, με ανάγλυφη τη μορφή του Σάντα Ρόζα, στην ανατολική παραλία της, αποθανατίζουν το ολοκαύτωμα της Σφακτηρίας κατά το επικόν εκείνο αγώνα των Ελλήνων. Μετά οκτώ χρόνια η εκατόμβη των ηρωικών νεκτών του νησιού δέχτηκε και τη σορό του ανιψιού του Μεγάλου Ναπολέοντος Παύλου Μαρία Βοναπάρτη ("Μνήμα του Φράγκου"). Στο ίδιο σημείο υψώνεται μια πώρινη πυραμίδα πάνω από τον τάφο του Γάλλου αξιωματικού Άλλεξ Μαλλέ. (...) Το 1825, στις 30 Απριλίου, μετά την πολυαίματη μάχη της Σφακτηρίας, το κάστρο παραδόθηκε, με συνθήκες, από τους Έλληνες υπερασπιστές του, στον Ιμπραήμ πασά, έπειτα απο επικόν αγώνα, κατά τη διάρκεια του οποίου οι πολιορκούμενοι σ' αυτό Έλληνες επεχείρησαν δυο θρυλικές εξόδους και πολλοί από αυτούς ξιφήρεις κατώρθωσαν να διασπάσουν τις γραμμές των Αράβων και να προξενήσουν μεγάλες απώλειες στον εχθρό. Ο Ιμπραήμ εκράτησεν ως ομήρους τον Επίσκοπο Μεθώνης Γρηγόριο και το Χατζηχρήστο. Ο Μακρυγιάννης, που ήταν ένας απο τους υπερασπιστές του κάστρου, περιγράφει στ' απομνημονεύματά του τη σκηνή αυτή έτσι: "...Εις τον ίδιο καιρόν πήγε κι ο Μπραΐμης μ' όλες του τις δυνάμεις και πολέμαγε τους Αβαρίνους με κανόνια και ντουφέκια και τα καράβια του του πελάγου. Τότε βήκαμεν κι εμέις από το κάστρο αναντίον των Τούρκων εις τα χαρακώματά τους, τους πολεμήσαμεν γενναίως. Βλέποντας αυτό οι Τούρκοι του νησιού, μας βαρούσαν με τα κανόνια τα δικά μας, οπούχαμεν εις το νησί. Μας βαρούσαν από τις πλάτες κι ήφεραν κι ασκέρια από το νησί αναντίον μας, και δυναμώθηκαν καλά οι Τούρκοι. Σκοτώσαμεν οίγους. Κι από μας σκοτώθηκαν καμπόσοι και πληγώθηκαν. Μας αφάνισαν τα κανόνια. Μπήκαμεν πίσου εις το κάστρο. Ο Μπραΐμης πήρε και τους Αβαρίνους με συνθήκες, κι άλλοι φύγαν με γιρούσι, κι απ' αυτούς άλλοι σκοτώθηκαν και πληγώθηκαν. Πήρε και σκλάβους τον Χατζηχρήστον, τον Δεσπότη Μοθώνης οπούταν εκεί. Κι εκείνον οπούχα κεφαλή εις τους ανθρώπους μου τον πλήγωσαν και τον πιάσανε,και τονπήγαν εις το Μισίρι. Στάθη τέσσερα χρόνια εκεί κι ολίγον καιρό έχει οπούρθε. Τον λένε Στάμον Βελέτζα". Απόσπασμα: Τουριστικός Οδηγός Μεσσηνίας, Έκδοσις Περιοδικού Νομαρχίας Μεσσηνίας "Αριστομένης", Καλαμάτα, 1970. Επεξεργασία ιστορικών κειμένων: Γιάννης Αναπλιώτης, (σελ. 166-167).
Μετά τα ορλωφικά και την γνωστή καταστροφή των Αλβανών και ειδικότερα την τόσο ευεργετική για τους Έλληνες συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή 1774 φαίνεται να επικράτησαν ειρηνικές συνθήκες, που επέτρεψαν και πάλι την εγκατάσταση Ελλήνων αλλά και ξένων. Ευρωπαίοι και ιδίως γάλλοι και Ολλανδοί έσπευσαν να ιδρύσουν εμπορικούς σταθμούς. Οι τότε θεωρούμενες Μεγάλες Δυνάμεις τοποθέτησαν προξενικούς υπαλλήλους για να προστατεύσουν τα εμπορικά τους συμφέροντα. Το Νιόκαστρο άρχισε ξανά να προβάλλεται σαν μια πολιτεία με εμπορικό ενδιαφέρον. Στα 1806 την επισκέφθηκε ο Γάλλος πρόξενος της Πάτρας Πουκεβίλ, όπως και ο άγγλος συνταγματάρχης Λινκ, Και οι δυο τους μας δίνουν μια εικόνα της τότε ζωής του Νιόκαστρου. Ο πληθυσμός του είναι 600 Τούρκοι με 450 οπλοφόρους και 130 Έλληνες. ακόμα μας λένε, πως ολόκληρο το εμπόριο της περιοχής τόχε στα χέρια του ο Γ. Οικονιμίδης, πούχε εμπορικές σχέσεις με πολλές χώρες του εξωτερικού. Και τόση ήταν η οικονομική του δύναμη, ώστε κατόρθωνε να εκτοπίζη τοςυ εμπορικούς οίκους των ξένων. Κατά την προεπαναστατική περίοδο και λίγα μόλις χρόνια προτης Επαναστάσεως, η Φιλική Εταιρεία στάθηκε ικανή να μυήση, με τον στρατηγό Αναγνωσταρά, τον ιατρό Πελοπίδα και το Δεσπότη Μεθώνης Γρηγόριο Παπαθεοδώρου όλους τους Πυλίους Προκρίτους και να προετοιμάση την επανάσταση. Σαν Φιλικοί φέρονται, οι αδελφοί Ιωάννης και Νικόλαος Οικονιμίδης, ο Πανάγος Τατόπουλος, ο Παναγιώτης Χριστόπουλος και ο Νικόλαος Τσικλητήραςή Αλατάς. Απ΄αυτούς ο Ιωάννης Οικονομίδης διετέλεσε και γραμματέας της Επαναστάσεως το 1822. Ο Νικόλαος έγινε Στρατηγός και λίγο αργότερα Δήμαρχος Πύλου. Και ο Νικόλαος Τσικλητήρας ή Αλατάς γραμματέας του Ναυάρχου Σαχτούρη Στις 25 Μάρτη του 1821, οι Πύλιοι οπλαρχηγοί Ιωάννης και Νικόλαος Οικονομίδης και άλλοι μικρότεροι αγωνιστές, κήρυξαν τηνΕπανάσταση σ' όλη την περιοχή του Νιόκαστρου. την ίδια μέρα, στο Μεσοχώρι της Πυλίας, ένωναν τις επαναστατικές τους δυνάμεις με τις δυνάμεις των Μεθωναίνω οπλαρχηγών Στάθη Δρακόπουλου, Παναγιώτη Βουτιερίδη, Γεωργάκη Γεωργακόπουλου και άλλων μικρότερων Πύλιων οπλαρχηγών. Στις δυνάμεις των Πυλίων Επαναστατών που φθάναν όπως μας βεβαιώνουν οι ιστορικοί του Ελληνικού Αγώνα σε 400 πολεμιστές, προστέθηκαν στις 29 Μ΄'αρτη και οι δυνάμεις των Τριφυλίων οπλαρχηγών Παναγιώτη Ντούφα, Νίκου Πονηρόπουλου, Θανάση Γρηγοριάδη, Παπατσιώρη, Γιαννάκη Μέλλιου, Γεωργάκη Συρράκου, Γυφτάκη και Παπαναστάση Δημητρόπουλου. Στο μικρό εκκλησάκι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού τελούσαν τηνπρώτη τους δοξολογία και ο Δεσπότης Γρηγόριος Παπαθεοδώρου ευλογούσε τον Εθνικό Αγώνα. Στις 30 Μάρτη δύο χιλιάδες πολεμιστές ασφυκτικά πολιορκούσαν από την ξηρά και τηνθάλασσα το Νιόκαστρο. Τελικά το υποχρέωσαν στις 7 Αυγούστου να παραδοθή στο Δεσπο΄τη Μεθώνης, που ήταν και ο γενικός Αρχηγός των πολιορκητών Μεθώνης και Νιόκαστρου. Την ίδια μέρα το Ελληνικό Βαρούσι του Νιοκάστρου βαφόταν με αδερφικό Ελληνικό αίμα απο τους Τριφυλίους οπλαρχηγούς που, αντί να πανηγυρίζουν το μεγάλο τους κατόρθωμα, συγκρούστηκαν μεταξύ τους για μηδαμινά και ανάξια λόγου πράγματα, στους δρόμους και τα μαγαζιά. Στα μετέπειτα χρόνια και μέχρι το Μάρτη του 1825 το Ελληνικό Βαρούσι φιλοξενούνται ξένοι Φιλέλληνες που σπέυσανε αθρόοι στην επαναστατημένη Ελλάδα να πολεμήσουν για την λευτεριά της. Στις 9 Μάρτη του 1825 το Νιόκαστρο δέχθηκε την επίθεση του Ιμπραήμ Πασά και το Εληνικό Βαρούσι εγκαταλειμένο πια από τους Έλληνες, συνθέμελα καταστρέφεται από τους Άραβες. Το Σεπτέμβρη του 1828 οι Τουρκοαιγυπτιακές δυνάμεις εκγαταλείπουν την Πελοπόννησο και το Νιόκαστρο και στη θέση τους αφήνουν τη Γαλλική Στρατιά του στρατάρχη Μαιζώνα, που τους υποχρέωσε τελικά να φύγουν για την Αίγυπτο. Απόσπασμα: Καλδής, Δημ., Βασίλης. Ταξίδι στην Νεώτερη Πύλο. Αθήνα, 1978 (σελ. 15-18) Στις 6 Ιουλίου του 1827, σ' ένα διπλωματικό παιχνίδι για τον έλεγχο του περάσματος για την Ανατολή, οι τρεις τότε μεγάλες Δυνάμεις, Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία, υπέγραψαν στο Λονδίνο την "Τριπλή συμμαχία". Η συμφωνία αυτή, ήταν βασισμένη στο Αγγλο-ρωσικό πρωτόκολλο του 1826. Η κάθε μία απ' αυτές, δεν ήθελε να ελεγχθεί η Ανατολική Μεσόγειος, από τις άλλες δύο. Έτσι η απόφαση για τη λύση του Ελληνικού ζητήματος ήταν αναγκαία. Οι εξαντλημένοι από τον πόλεμο με τους Τούρκους και τον Ιμπραήμ, αλλά και τις εμφύλιες, κυρίως συρράξεις Έλληνες, δεν γνώριζαν για τις διπλωματικές ίντριγκες των "Μεγάλων Δυνάμεων" και έβλεπαν μόνο με ελπίδα τις κινήσεις των 'Αγγλων και των Γάλλων στην ξηρά και στη θάλασσα. Ο Κόχραν, οσυνταγματάρχης Φαβιέρος, ο πλοίαρχος Χάμιλτον, ο ναύαρχος Δεριγνύ, βοήθησαν στην άμυνα της Αθήνας το 1826,μέχρι την απώλειά της τον Ιούνιο του 1827. Στη Συνθήκη του Λονδίνου, αναφερόταν ότι στην περίπτωση που η Πύλη δεν δεχόταν τη μεσολάβηση για αποχώρηση από το Μοριά, τότε οι τρεις σύμμαχοι θα έστελναν προξένους, πράγμα που θα οδηγούσε σε επίσημη αναγνώριση του Ελληνικού Κράτους. Επίσης αν οι Τούρκοι απέρριπταν την εκεχειρία, τότε θα υπήρχαν κυρώσεις. Μετά από διπλωματικά παιχνίδια και αναβολές και μετά τη λήξη της προθεσμιας της 31ης Αυγούστου, οι Στόλοι έφθασαν έξω από το λιμάνι της Πύλου, στις 12 Οκτωβρίου του 1827, για να επιβάλλουν τα "κατάλληλα μέτρα", ώστε να υποχρεώσουν τον Ιμπραήμ σε αποχώρηση, σύμφωνα με τη Συνθήκη. Οι οδηγίες από τις τρεις Δυνάμεις ήταν σαφείς: ..."Όσον αφορά τα τουρκικά πλοία που βρίσκονται στους κόλπους του Ναβαρίνου και της Μεθώνης, πιθανόν να επιμείνουν στην εκεί παραμονή τους, θα πρέπει, όπως και τα οχυρά, να υποστούν όλες τις συνέπειες του πολέμου"... Ποιές θα ήταν όμως οι συνέπειες του πολέμου; Αποκλεισμός ή καταναυμάχηση; Πρέπει δε, να θεωρείται δεδομένη η απροθυμια του Κόδριγκτον και του Αγγλικού Στόλου για πολεμική εμπλοκή στο Ναβαρίνο. Ένα "ατυχές γεγονός", όπως χαρακτηρίστηκε αμέσως μετά από την αγγλική αλλά και τη διεθνή δοπλωματία, οδήγησε στην Ελληνική Απελευθέρωση. Μετά από σύσκεψη των τριών Ναυάρχων, του μετροπαθή Κόδριγκτον, του "φιλότουρκου" Δεριγνύ και του ετοιμοπόλεμου και αψύ Χέυδεν, πάνω στην "Asia", στις 19 Οκτωβρίου του 1827, αποφασίστηκε η είσοδος των Στόλων στο λιμάνι του Ναβαρίνου, για μεγαλύτερη πίσεση και διαπραγματεύσεις με τους Τουρκοαιγύπτιους. Έτσι το ηλιόλουστο μεσημέρι της 20ης Οκτωβρίου, το "Asia" του Κόδριγκτον, έφθασε κοντά στη Ναυαρχίδα του Μωχαρέμπ-μπέη. Ακολούθησαν και τα υπόλοιπα 11 πλοία του Αγγλικου Στόλου όπως το "Genoa", το "Albion", το "Dartmouth" κ.ά. Στιγμές μεγάλης έντασης, μετά την είσοδο και των 7 Γαλλικών πλοίων με το "Breslau", το "Scipion", το "Trident" κ.ά., αλλά και του Ρωσικού Στόλου με το "Gangut" και άλλα 7 πλοία όπως το "Azoff", το "Iezekiel", το "Alex Nefski" κ.ά. Παρατηρείται μεγάλη κινητικότητα στις τουρκικές γραμμές, σινιάλα με άσφαιρα πυρά και κόκκινες σημαίες. Ο Ιμπραήμ έλειπε στην ενδοχώρα, μάλλον στη Μεθώνη... Το "δυσάρεστο γεγονός" ("untoward event" για το Γεώργιο Δ' της Αγγλίας), έγινε μεταξύ του πληρώματος μιας λέμβου του "Dartmouth" και ενός τουρκικού πυρπολικού, ενω οι Στόλοι ήταν "επ΄άγκυρα". Ένας πυροβολισμός από την τουρκική πλευρά, που σκότωσε τον κυβερνήτη της λέμβου Φιτζρόϋ, όταν πλησίαζε για διαπραγματεύσεις, ήταν η θρυαλλίδα για τη μεγάλη και πιο παράξενη ναυμαχία της Ιστορίας, αφού δεν υπήρχε κανένα σχέδιο για τη δράση των αγκυροβολημένων στόλων. Κατεστραμμένα πλοία και καιγόμενες λέμβοι του Τουρκοαιγυπτιακού στόλου, νεκροί, τραυματίες, φωτιές, εκρήξεις, κόλαση... Από τις 2:30 το μεσημέρι μέχρι τις 6 το απόγευμα, στη σκληρή Ναυμαχία οι απώλειες ήταν μονόπλευρες: 174 νεκροί και 475τραυματίες από το συμμαχικό στόλο, χωρίς καμμιά απώλεια πλοίου. Αντίθετα οι Οθωμανικές απώλειες, σύμφωνα με τον Κόδριγκτον ήταν 6.000 νεκροί και 4.000 τραυματίες, με 60 πλοία να "κοσμούν", ακόμα και σήμερα τοβυθό, στην ανατολική πλευρά της Σφακτηρίας. Πάντα σύμφωνα με τον Κόδρογκτον, πολλοί από τους νεκρούς και τους τραυματίες των Τουρκοαιγυπτιακών καραβιών παρέμειναν στα πόστα τους και αρκετοί απ' αυτούς δεν ήταν ούτε Τούρκοι, ούτε Αιγύπτιοι, αλλά στρατολογημένοι Άραβες, Έλληνες, σλάβοι, Αφρικανοί ακόμη και αιχμάλωτοι Άγγλοι και Αμερικανοί ναύτες. Το θέαμα μετά τη Ναυμαχία ήταν από τα σπανιώτερα της Ιστορίας: 27 πλοία κατεναυμάχησαν και αχρήστεψαν 89! Η επιστροφή του Ιμπραήμ το πρωί της 21ης Οκτωβρίου, συνοδεύτηκε από την ύψωση της λευκής σημαίας. το ερωτηματικό, ποιός και γιατί πυροβόλησε το διαπραγματευτή Φιτζρόϋ, μπορεί να έμεινε αναπάντητο, αλλά το αποτέλεσμα της Ναυμαχίας, είναι σίγουρα μια λαμπρήστιγμή στην Νεώτερη Ελληνική Ιστορία, αφού επέβαλε τη διεθνή αναγνώριση του Ελληνικού Κράτους. Πέντε ημέρες μετά τη συνθηκολόγηση, οι συμμαχικοί στόλοι απέπλευσαν για τη Μάλτα και την Τουλών. Ο Ιμπραήμ χρειάστηκε ένα χρόνο περίπυ για να αποχωρήσει τελικά, στις 23 Σεπτεμβρίου του 1828, αφού οι τρεις Δυνάμεις απέστειλαν στην Πελοπόννησο Γαλλικό εκστρατευτικό σώμα υπό το Sebastiani και τον Maison, που παρέλαβε την Κορώνη και την Πύλο και τις παρέδωσε στον Έλληνα Φρούραρχο Νικηταρά. Το Γαλλικό εκστρατευτικό σώμα, παρέμεινε για πέντε περίπου χρόνια στην περιοχή και συνέβαλλε κατά πολύ, στην οργάνωση και στα έργα υποδομής του τότε νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα και τα συμμαχικά συμφέροντα... στο πέρασμα για την Ανατολή. Στις 20 Οκτωβρίου κάθε χρόνου, εορτάζεται με λαμπρότητα η επέτειός του... "δυσάρεστου γεγονότος" με τη συμμετοχή μιας φρεγάτας, από κάθε συμμαχικό, τότε στόλο. Απόσπασμα: Μπίρης, Α., Γιάννης. Ένας δρόμος στο Νότο; Χώρα-Πύλος-Μεθώνη: Το βασίλειο του Νέστορα και ο Μοθών Λίθος. Αθήνα, 2000 (σελ. 85-87) Οι λιθογραφίες της Ναυμαχίας του Ναυαρίνου, είναι ευγενική προσφορά του Δήμου Πύλου.
(60 Καταχωρήσεις) Αναπλιώτης, Γιάννης. Τουριστικός Οδηγός Μεσσηνίας. Εκδόσεις Περιοδικού "Αριστομένης". Καλαμάτα, 1970. Anonymous. Memoria intorno alla Battaglia di Navarino. Naples: 1883. Anonymous. Precis de la Bataille Navale de Navarin. Paris: 1829. Anonymous ("An Officer Engaged"). The Battle of Navarino. United States Journal, 1829. Arvanitidis, C., Koutsoubas D., Dounas, C., & A. Eleftheriou, 1998. "Annelid fauna of a Mediterranean laggon (Gialova lagoon, SW Greece): Community Structure and Disturbance Assesment". Journal of the Marine Biological Association of the United Kingdom (in press). Barnett, John. That Day at Navarino. Cornhill Magazine, May 1909. Βερνίκος Νικόλας. Το Σχέδιο Αυτονομίας της Πελοποννήσου υπό Γαλλική Επικυριαρχία. Αφοί Τολίδη:Αθήνα, 1977. Βλαχοδημήτρης, Θοδωρής. Νέα από την Πόλη του Νέστορα. 1984. Blegen, W. Carl-Rawson Marion. Το Ανάκτορο του Νέστορος. Αθήνα: Γενική Διεύθυνσις Αρχαιοτήτων και Αναστηλώσεως, 1970. Bogdanovitch, E. La Bataille de Navarin (1827). Paris: 1887. Βογόπουλος, Ι. Διονύσιος. Μεσσηνιακόν Ημερολόγιον. Ηχώ της Μεσσηνίας: Αθήνα, 1950. Βουρνάς, Τάσος. Σύντομη Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης. Πατάκης: Αθήνα, 1999. Burford, Robert. Description of a View of the Battle of Navarin. London: 1837. Γεωργούντζος, Κ. Παναγιώτης. Η σχέσις των Μεσσηνίων προς τους Αθηναίους και τους Ίωνας. Ανάτυπον: Αθήνα, 1980. Chadwick, John. Γραμμική Β' και Συγγενικές Γραφές. Αθήνα: Παπαδήμας, 1992. Γουντχάουζ, Κ. Μ. Η Ναυμαχία του Ναυαρίνου. Αθήνα: Β. Π. Καλδής, 1977. Codrington, Sir E. Documents relating to the Recall of Vice-Admiral Sir Edward Codrington on behalf of the Officers, Seamen and Marines engaged in the Battle of Navarin. London. Δεμοδός, Τάκης: Για το Νιόκαστρο και για το Ναβαρίνο. Παπαδήμας:Αθήνα, 1987. Δεμοδός, Τάκης: Ο Ιππότης Appert. Δουκάκης, Χρ. Δημήτριος. Μεσσηνιακά και Ιδιαίτερα περί Φαρών και Καλαμάτας. Ελεύθερη Σκέψις, Αθήνα, 1999. Douin, Georges. Navarin. Cairo: 1927. Drews, Robert. Η Έλευση των Ελλήνων. Αθήνα: Οδυσσέας, 1998. Εφορία Εναλίων Αρχαιοτήτων. Οδηγός έκθεσης της Συλλογής Rene-Puaux. B. Γιαννίκος-Β. Καλδής Α.Ε.: Αθήνα, 1994. Ζέρβη, Ι. Νίκου. Η Γερμανική Κατοχή στη Μεσσηνία. Καλαμάτα, 1998. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος. Εικόνες από την Ελλάδα 1833-1838. Αθήνα, 2000. Καλδής, Δ. Βασίλης. Ταξίδι στην Νεώτερη Πύλο. Αθήνα: 1978. Καραβίας, Νότης. Μεσσηνιακή Βιβλιογραφία. Εκδόσεις Καραβία: Αθήνα, 1992. Καρποδίνης-Δημητριάδης, Ε. Κάστρα της Πελοποννήσου. Αδάμ: Αθήνα, 1993. Κασδραβέλλης, Ιω. Η Πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων και η Ναυμαχία του Ναυαρίνου. 1973. Κατακουζηνός, Σίμων. Η Ναυμαχία του Ναυαρίνου. 1925. Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών ΕΙΕ: Με την αρμάδα στο Μοριά 1684-1687. Αθήνα: Ολκός, 1998. Κορρές, Στυλ. Γεώργιος. Ανασκαφαί Πύλου. (Ανάτυπο, 1974). Κορρές, Στυλ. Γεώργιος. Έρευναι ανά την Πυλίαν. 1976. Κυπαρίσσης, Επαμεινώνδας. Ιστορία της εν Πύλω Ναυμαχίας. 1912. Λώλος Γ. Γιάννος. Η Πρωτεύουσα του Νέστορος και η Γύρω Περιοχή Πύλος Ημαθόεις. Αθήνα: Οιωνός, 1997. Λώλος Γ. Γιάννος. Το Ανάκτορο του Νέστορος. 1972. Μαρωνίτης, Ν. Δημ. Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία γ'. Αθήνα: Καστανιώτης, 1995. Μαυροειδής, Θ. Σπύρος. Ο Ορθόλιθος της Πύλου. Θεσσαλονίκη: Δίον-Βιβλία Ψαράς, 2000. Miller, William. Η Φραγκοκρατία στην Ελλάδα, 1204-1556. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 1990. Μισιρλής, Ηλίας Δ. Της Πύλου Τοπία, Πρόσωπα, Καημοί. 1979. Μισιρλής, Ηλίας Δ. Της Πύλου Σκόρπια Φύλλα. 1984. Μιχάλης, Αριστομένης. Ιστορία της πόλεως Πύλου. (Φωτ. ανατύπωση του 1888). Αθήνα: Εκδόσεις Καραβία, 1980. Μπάλτας, Χαρ. Αθ. Πύλος. Αθήνα: Παπαδήμας, 1987. Μπάλτας, Χαρ. Αθ. Τουριστικός Οδηγός της Πύλου. 1968. Μπαλώτη, Ξένη. Maison. Αθήνα: Ελληνική Ευρωεκδοτική, 1992. Μπίρης, Γιάννης. Ένας Δρόμος στο Νότο: Χώρα, Πύλος, Μεθώνη: το Βασίλειο του Νέστορα και ο Μοθών Λίθος. Αθήνα, 2000. Ξενάκη-Σακελλαρίου, Αγνή. Ένα Σφράγισμα από την Πύλο. (Ανάτυπο, 1962) Παπαχατζής, Νικόλαος. Παυσανίου Ελλάδος Περιηγήσεις. Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, 1991. Παραδείσης, Αλ. Φρούρια και Κάστρα της Ελλάδος. 1983. Περδικέας, Ε. Ν. Η Ιστορική Πύλος και ο Ολυμπιονίκης Κωστής Τσικλητήρας. Αθήνα: Εκπολιτιστικός Σύλλογος Πύλου "Το Ναυαρίνον", 1960. Περδίκης, Δημοσθένης. Που εκείτο η Πύλος του Νέστορος. Αθήνα, 1969. Petroni, Stefano Egidio. Geste Navali Britanniche dal Grande Alfredo sino alla Battaglia di Navarino. London: 1829. Πόταρης, Γ. Διονύσιος. "Φράγκοι και Βενετοί στην Πελοπόννησο". Αθήνα: "Ηχώ της Μεσσηνίας", 1959. Πύλος: Διαχρονική- Διεπιστημονική Εξέταση. Πρακτικά Α' Τοπικου Συνεδρίου 1-3 Μαΐου 1998. Αθήνα: Εκπολιτιστικός Σύλλογος Πύλου "Το Ναυαρίνο", 1999. Ralfe, James. The Battle of Navarin, Compared with other Important Naval Events. London. Σίμψας, Μ. Γ. Ναυαρίνον, η Ναυμαχία που εθεμελίωσε την ελευθερία της Ελλάδος. 1974. Στυλιανόπουλος, Ν. Περ. Ιστορία της Μεσσηνίας. Αθήνα: 1954. Τσαμαδός, Αναστάσιος. Ιστορικά Ημερολόγια των Ελληνικών Ναυμαχιών του 1821. (Φωτ. Ανατύπωση του 1886). Αθήνα: Εκδόσεις Καραβία, 1978. Τσελίκης, Ν. Στάυρος. Η όμορφη της Πύλου και το δράμα της. 1975. Fleuriot de Langle, Vicomte P. L' Affaire de Navarin. Paris: 1939. Φωκά, Δημ. Γ. Η Ναυμαχία του Ναυαρίνου. Αθήνα: 1927.
|